Στυλιανός Καβάζης


ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΕΛΙΔΕΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ με βαρύγδουπους τίτλους, όπως Σούλι, Σουλιώτες, Αρβανίτες, οι οποίες επικαλούνται ότι καταγράφουν την ιστορική αλήθεια. «ΑΛΗΘΕΙΑ» όμως χωρίς διασταύρωση και παραπομπή σε πηγές, ΑΛΗΘΕΙΑ με παράθεση 5-6 ή και περισσότερων εκδοχών, χωρίς ο συγγραφέας να εκφράζει άποψη και να δείχνει αιτιολογημένα τη δική του επιλογή, παύει να είναι αλήθεια και αποτελεί κατάντημα προπαγάνδας, του Αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού.
Εγώ, ο Νικόλαος Αθ. Αρβανίτης, ως διαχειριστής και συντάκτης της παρούσας ιστοσελίδας, φυσικά και ενδιαφέρομαι, για το τι γράφουν ιστοσελίδες με παρεμφερείς τίτλους, και όταν διαπιστώνω αντιφάσεις και βλακώδη ή και εσκεμμένη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας, παρεμβαίνω και υποβάλω τις παρατηρήσεις μου με σχόλιο.
Τους λέω ότι προκαλούν σύγχυση με τις ανακρίβειες και τις πολλαπλές εκδοχές συμβάντων της ιστορίας των Σουλιωτών Ελλήνων Αρβανιτών και μου ξεκινούν πόλεμο με υβριστικά επίθετα. Και υποτίθεται ότι είναι σελίδες ανοικτές στη διαφωνία, ως ΟΜΑΔΑ!!! Ούτε για κείμενα της Άννας Κομνηνής καταλαβαίνουν ούτε για μελέτες διεθνολόγων όπως Josef Jiresek και Milan Sufflay (τους οποίους οι Αλβανοί προσέλαβαν για να περιγράψουν την εθνολογική σύσταση των εδαφών που διεκδικούσα), ούτε από απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη και άλλων ηρώων που διεκδικούν οι Αλβανοί, καταλαβαίνουν.
Κάτω από αυτό το πρίσμα έθεσα τα σχόλιά μου στο προηγούμενο και στο παρόν άρθρο κι επιλέγω τη δημοσιοποίησή του εδώ, για να επαναλάβω, τις δικές μου αλήθειες. ΔΙΟΤΙ πέραν των ιστορικών ντοκουμέντων που μνημονεύω, υπάρχει ισχυρή και η προφορική παράδοση, από γενιά σε γενιά. Ο πατέρας μου Αθανάσιος ήταν γεννημένος το 1910 ο δε παππούς μου γεννημένος το 1870, των οποίων οι θύμισες ιστορικών συμβάντων υπήρξαν νωπές και οι απόψεις αποκρυσταλλωμένες. Παρακάτω λοιπόν, το νέο μου σχόλιο που έθεσα σε αντίστοιχες ανακρίβειες δημοσιευμάτων:
ΣΧΟΛΙΟ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ https://www.facebook.com/profile.php?id=100077590982717 ΣΟΥΛΙ
Είστε σε πλήρη σύγχυση.
-1- Τα «αρβανίτικα» δεν υπήρξε ποτέ γλώσσα και ιδίως Μητρική οποιασδήποτε εθνοτικής ομάδας.
-2- Οι Αρβανίτες ΕΙΝΑΙ Έλληνες και ανέκαθεν μιλούσαν Ελληνικά ως μητρική γλώσσα.
-3- Δεν υπήρχαν «Αρβανίτικα» πριν το 1500μΧ και δημιουργήθηκαν με μείξη Αλβανικών 60% με Ελληνικά 40% για τις ανάγκες του νέου Οθωμανικού καθεστώτος στη περιοχή της Ηπείρου.
-4- Οι Γκέκηδες Αλβανοί ευνοήθηκαν υπέρμετρα σε βάρος του Ελληνικού πληθυσμού.
-5- Η μετανάστευση μεγάλου αριθμού εκ της περιοχής Αρβάνου κυρίως προς το Σούλι και οι ασταμάτητοι πόλεμοι Τουρκαλβανών κατά των Αρβανιτών ΚΑΘΩΣ και η γλωσσική πολιτισμική παράδοση με τα δημοτικά-κλέφτικα τραγούδια και τη διοικητική δομή των Αρβανιτών στο Σούλι και αλλού, κάνουν σαφέστατο τον εθνοτικό διαχωρισμό μεταξύ Ελλήνων (Αρβανιτών) και Αλβανών.
-6- Καμιά άλλη Ελληνική πληθυσμιακή ομάδα δεν έχει να επιδείξει τόσους μακρόχρονους πολέμους με τους τουρκαλβανούς, όσο οι Έλληνες Αρβανίτες, οι οποίοι φέρουν αυτή την ονομασία ΟΧΙ γιατί μιλούν Αρβανίτικα, αλλά γιατί έλκουν τη καταγωγή τους από το Άρβανον.
-7- ΟΣΟ μπορεί να θεωρηθεί η Εσπεράντο, ως μητρική γλώσσα κάποιου πληθυσμού, άλλο τόσο μπορεί να ειπωθεί ο ισχυρισμός, ότι τα «Αρβανίτικα» είναι μητρική γλώσσα των Αρβανιτών ΕΛΛΗΝΩΝ.
-8- Το τεχνητό ιδίωμα ήταν και πολλαπλό, με την έννοια, ότι πολλές διαφορετικές ομάδες Αρβανιτών που κατήλθαν στην Νότια Ελλάδα και στα νησιά, μιλούσαν διαφορετικό τεχνητό γλωσσικό ιδίωμα κατά τρόπο που επικρατούσε δυσκολία συνεννόησης και η συνεννόηση γινόταν εν τέλει στα Ελληνικά, κοινή γλώσσα όλων.
-9- Στην Αλβανική Ακαδημία, μεταξύ άλλων, υπάρχουν δύο μελέτες διεθνολόγων-γλωσσολόγων (Josef Jiresek και Milan Sufflay), οι οποίοι κατέγραψαν ο καθένας ξεχωριστά,, για την επικρατούσα μητρική γλώσσα (Ελληνική) νοτίως της γραμμής Jiresek στη Βόρεια Ήπειρο…
Κι ερχόμαστε σήμερα εμφανιζόμενοι να έχουμε χάσει τον δρόμο μας κι ανακατώνουμε τα σκατά με τα λιβάνια???? ΕΛΕΟΣ !!!!!

Αλεξιάς, Βιβλίο 13, Άννα Κομνηνή, μεταξύ του 1137 και του 1148, 13.5.1
13.5.1 Ὁ δὲ αὐτοκράτωρ, ἐπεί προφθάσας ἀξιόμαχον δύναμιν ἐν πάσαις ταῖς κλεισούραις κατέθετο μετ’ ἐγκρίτων ἡγεμόνων, πᾶσάν γε ἀτραπον διά τῶν καλουμένων ξυλοκλασιῶν αὖθις τοῖς Κελτοῖς ἀπετάφρευσεν. Εἶχε μέν γάρ εὐθυς ὁ Αὐλών, ἡ Ἱεριχώ καί τά Κάνινα ἀνύστακτον φύλακα Μιχαήλ τόν Κεκαυμένον, ἡ δέ Πέτρουλα Ἀλέξανδρον τόν Καβάσιλαν μετά συμμίκτων πεζῶν στρατιωτῶν, ἄνδρα ἐκθυμότατον καί πολλούς τῶν κατά τήν Ἀσίαν Τούρκων κατατροπωσάμενον· τήν Δεύρην δέ Λέων ὁ Νικερίτης μετά ἀποχρώσης ἐφρούρει δυνάμεως· τῷ δέ γε Εὐσταθίῳ τῷ Καμύτζῃ τάς περί τό Ἄρβανον ἀνατεθείκει κλεισούρας.
13.5.2 Ὁ δέ γε Βαϊμοῦντος ἐκ πρώτης, ὅ φασιν, ἀφετηρίας κατά τοῦ Καβασίλα τόν ἀδελφόν αὐτοῦ Γίδον καί κόμητά τινα Σαρακηνόν καλούμενον καί τόν Κοντοπαγάνον ἐξέπεμψεν. Ἐπεί δέ τινα τῶν ὁμορούντων τῷ Ἀρβάνῳ πολίχνια προέφθασαν τῷ Βαϊμούντῳ προσχωρῆσαι, οἱ τούτων ἔποικοι, τάς τοῦ Ἀρβάνου ἀτραπούς ἀκριβῶς ἐπιστάμενοι, προσελθόντες πᾶσαν, ὡς εἶχε, τῆς Δεύρης τήν θέσιν ἐξηγήσαντο καί τάς λανθανούσας ἀτραπούς ὑπέδειξαν.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δεν νομίζω ότι η Άννα Κομνηνή δεν είχε τις αναγκαίες γνώσεις, για να αποδώσει σωστά τα τοπωνύμια, ούτε να αποκαλέσει το Άρβανον Άρμπενον ή Άρμπερον, αν αυτά τα πολύ μεταγενέστερα μπερδέματα, αφορούσαν την ίδια τοποθεσία. Άλλωστε οι εθνολόγοι Jirecek και Sufflay, μεταξύ 1900-1912 (τους οποίους οι Αλβανοί είχαν προσλάβει για να προσδιορίσουν την Αλβανία, ήσαν ξεκάθαροι, για την ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ των τοπωνυμίων ΑΡΒΑΝΟΝ, Arben, Arber, Arberia!!!!!
Via Appia
Οι αρχαίοι Ρωμαίοι φημίζονται για το οδικό δίκτυο που ανέπτυξαν, στα πλαίσια του στρατιωτικού σχεδιασμού εξάπλωσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ένας από τους βασικούς οδικούς άξονες που κατασκεύασαν ήταν η Αππία οδός, η οποία συνέδεε τη Ρώμη με το Prundisium (Brindisi), το οποίο βρίσκεται σε κοντινή σχετικά απόσταση με το Δυρράχιο της Αλβανίας.
Οφείλει το όνομά της στον Κλαύδιο Άππιο και η Κατασκευή της ξεκίνησε το 312π.Χ. με φάρδος περί τα 4μ. Ξεκινούσε από τον Μεγάλο Ιππόδρομο και ήταν η αφετηρία των αυτοκρατόρων και των Ρωμαίων στρατηγών με τα στρατεύματά τους για τις πολεμικές εκστρατείες τους. Εκεί ήταν και η είσοδος των στρατευμάτων της Ρώμης κατά την επιστροφή τους από πόλεμο. Η Αππία οδός φαίνεται να εγκαταλείπεται από τις αρχές του 6ουμ.Χ. αιώνα και σταδιακά να καταστρέφεται σε πολλά σημεία.
Σε διαστήματα από 25 έως 50χλμ (ανάλογα τη μορφολογία του εδάφους) είχαν δημιουργηθεί φυλάκια για στέγαση στρατιωτικών φρουρών και γύρω από αυτά ξενώνες για τη φιλοξενία-ανάπαυση ταξιδιωτών.
Via Egnatia
Συνέχεια της Via Appia από τη έδαφος της Βαλκανικής χερσονήσου, υπήρξε η αρχαία Εγνατία οδός (Via Egnatia), η οποία ξεκινούσε από το Δυρράχιο της σημερινής Αλβανία, διέσχιζε Αλβανία, Βόρειο Ελλάδα, Θράκη κι έφθανε στο Βυζάντιο (Κωνσταντινούπολη).
Πόλεις με στρατιωτικούς σταθμούς κατά μήκος της αρχαίας Εγνατίας οδού ήσαν: Δυρράχιο (Επίδαμνος) Κλαυδιάνα, Απολλωνία, Masio Scampa (Ελμπασάν), Λυχνίδα (Οχρίδα), Δαμάστιον, Ηράκλεια (Μπίτολα), Φλώρινα, Έδεσσα, Πέλλα, Θεσσαλονίκη, Πύδνα, Αμφίπολη, Φίλιπποι, Νεάπολη (Καβάλα), Αναστασιούπολη, Τραϊανούπολη, Κυψέλη, Αίνος, Απόι, Αδριανούπολη, Πέρινθος, Σελύμπρια, Μελαντία, Ρέντζιον, Βυζάντιον (Κωνσταντινούπολη).
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΑΡΘΡΟΥ
ΣΤΡΟΠΩΝΕΣ: Με δεδομένο ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πρώτων κατοίκων ήσαν Έλληνες Σουλιώτες – Αρβανίτες, λανθασμένα είχα υποθέσει κατ αρχήν, ότι την ονομασία «Στρόπωνες» καθιερώθηκε το 1790-1810 από αυτούς τους πρώτους κατοίκους των Στροπώνων Ευβοίας.
Όμως υπήρχαν στοιχεία που εύκολα έθεταν υπό αμφισβήτηση αυτή τη θεώρηση, διότι οι Αρβανίτες όταν ξεριώνονταν από τα Άρβανα ή το Σούλι, ακριβολογούσαν στην ονοματοδοσία του νέου τους οικισμού. Τα καθιερωμένα ήταν, να δίνουν το όνομα αρχηγού φάρας ή της προηγούμενης Βορειοηπειρώτικης περιοχής προέλευσής τους, στον νέο οικισμό τους. Επίσης, είναι διαπιστωμένο, ότι οι ονομασίες των πριν και μετά οικισμών τους είχαν Ελληνικότατες ρίζες!!!
Η ρίζα στροπ- (εκ του Στρόπωνες) δεν είναι ούτε Ελληνική, ούτε Αλβανική, ούτε Τούρκικη. Είναι Λατινογενής και τη συναντάμε κυρίως σε παραδουνάβιες χώρες, κυρίως στη Ρουμανία (Βλαχία). Σημαίνει δε κυρίως, άλλοτε κορυφή, άλλοτε σκληρή ή αιχμηρή!!! Ένα πολυ συνηθισμένο κύριο όνομα στους Βλάχικους πληθυσμούς, είναι το Stropan, το οποίο στην Ελληνική παραφθορά του, εύκολα γίνεται Στρόπων!
2. Stropan ή Stropani (Στρόπαν ή Στρόπανι), Νοτίου Αλβανίας. Μετά τη προηγούμενη έρευνα, ανακάλυψα, ότι στα νότια όρια της πρώην περιοχής των Αρβάνων, υπάρχει περίπου από το 1780 χωριό με το όνομα Stropan ή Stropani. Από ομώνυμη ιστοσελίδα ζήτησα πληροφορίες, αλλά άμεση απάντηση δεν πήρα. Βρήκα όμως τη παρακάτω ανάρτηση (σε μετάφραση facebook:
Stropani – Pitu μικρό οικογενειακό χωριό στην Αλβανία
Το χωριό feeling Stropani ιδρύθηκε από την οικογένεια του χωριού Celní Farsherots Pitu Farsherot στα σύνορα Pleasa, τα σύνορα που σημαδεύτηκαν από τη μεγάλη πηγή (μεγάλη άνοιξη). Η ίδρυση αναπτύχθηκε το 1780 όταν εκατοντάδες οικογένειες από τα χωριά F ăr şerote şi, Costre şi (ή Costre tei) Jarcani (ή Z ărcani) και Javaleni ή (Zavalini) κατέφυγαν νύχτα σε μια πόλη με όλα τα κοπάδια τους, διωγμένοι από την τοπική τουρκική αρχή. Εγκαταστάθηκαν στη νότια Οθωμανική Αλβανία στη περιοχή της Κορυτσάς (Curseaua ή Corcea arumune), οι αρχές της οποίας υποστήριξαν τη δημιουργία οικισμών στις πλαγιές των Pleasa, Disn και Stropani, που βρίσκονται σε αποστάσεις έως 10 χλμ. μακριά.
Αρχικά ο Pitu και τα πέντε αδέλφια ζούσαν στο βουνό, σε ένα μέρος που λεγόταν CaliVita (το καταφύγιο). Στη συνέχεια αγόρασαν το μισό βουνό Μουράβα ή τις βόρειες πλαγιές του, όπως στην ποιότητά τους ως ιδιοκτήτες μεγάλων κοπαδιών προβάτων που έχουν κοινή ιδιοκτησία πάνω από επτά χιλιάδες ζώα.
Σαν ερχόταν ο χειμώνας, δεν εύρισκαν εύκολα τροφή, κι άφησαν τους πάντες για την Ελλάδα, όπου το κλίμα ήταν πιο ήπιο, όπως έκανε ο άλλος Celní.
Ο μόνος αδελφός που ξεχειμωνιάσε στο Στροπάνι, για να σώσει το χωριό, ήταν ο Τάσε, που είχε χάσει τα πρόβατά του. Ο Κωνσταντίνος Κολήτρα (1912-2001), που το επεσήμανε αυτό στην παιδική του ηλικία, θεωρείται ένα αίνιγμα που κανένας άλλος αδελφός δεν βοήθησε στην ανοικοδόμηση του κοπαδιού.
Εδώ στην κοιλάδα του βουνού που περιβάλλει το χωριό από τρεις πλευρές και το κάνει λιγότερο φωτεινό άνοιξη, φθινόπωρο και χειμώνα, πέντε αδέλφια έχτισαν μεγάλα σπίτια με στάβλους αλόγων.
Έχτισαν και σπίτι σαν τόπο λατρείας, όπου εγκατέστησαν μια εικόνα της Παναγίας και δύο μικρότερα. Από καιρό σε καιρό έφερνε έναν ιερέα που υπηρέτησε και εδώ παρακαλώ ή Corceaua.
Αυτό που βοήθησε να διατηρηθεί η Celni 20s ήταν ότι είχαν μεγάλες οικογένειες με πολλούς γιους.
Ο Ρουμάνος καθηγητής Nicolae Burileanu πραγματοποίησε το καλοκαίρι του 1905 ένα ταξίδι στους οθωμανικούς οικισμούς του Αλβανικού Αrumune, το οποίο θα περιγραφεί σε επιστολή που δημοσιεύθηκε στη συνέχεια. Μήπως ο Στροπάνι βρέθηκε σε μια όχι και τόσο ροζ κατάσταση. Διακρίνει το τμήμα του τέλους του κεφαλαίου των Ρουμάνων γύρω από την παράγραφο Corita (Κορτσάουα ή Αλβανική Κορτσε) με αυτό το περιεχόμενο: »Πάνω από το disn μοιράζεται με έναν άλλο Ρουμάνο που ονομάζεται Stropan, είναι συνηθισμένο να θεραπεύεται αυτό. Ιδιοκτήτης Pitu Celnicul Gaichi mountain Stropani, την ευχή του. »
Οι αναφορές είναι παρόμοιο θεμέλιο Στροπάνι μικρό χωριό στις αναμνήσεις (1986, ΗΠΑ) ποιητής αρωματοθεραπείας Κωνσταντίνος Κολημήτρας (ν. Απόλαυση 1910 m 2001 ΗΠΑ) και έργο (2004, Κωνσταντία) Νικόλας Κούσας, arumune ιστορία της Κωνσταντίας.
Ο Στροπάνι ήταν με τους γείτονες pleasa disn και προμηθευτές εισοδήματος για τις επαρχίες Durostor Dobrogea και Kaliakra. Έτσι, στις 26 Οκτωβρίου 1925, το σκάφος ‘Jashi’ Farsherots 200 οικογένειες τριών sates έφτασαν στην Κονστάνκα. Τοτούσι, μικρό χωριό του εικοστού αιώνα και διαδόθηκε σε άλλες οικογένειες. Έτσι, σε έγγραφο του 1947 της Επιθεώρησης αποικισμού Dobrogea εμφανίζονται τέσσερις μελλοντικοί κάτοικοι του Stropani που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή Cociumar, Κομητεία Durostor: Sarziu M. Λάζαρος, αείμνηστος Νικόλαος, αργότερα Άγιος και αργά namu. Μετακόμισαν στην περιοχή Νισιπάρι, στην Κωνσταντίνα, το 1940, αρχηγοί οικογενειών με 6, 5, 5 και 8 μέλη.
Ο Στροπάνι εμφανίζεται στον χάρτη των ‘Ρουμανικών οικισμών στη Νότια Βαλκανική Χερσόνησο’ που ερμήνευσε ο Theodor Capidan arumune φιλόλογος (1879-1953) στη Μακεδονία του το 1942. Αυτό το χαρτογραφικό έγγραφο εμφανίζεται στον ιστορικό άτλαντα που συντόνισε ο Stefan Pasku το 1971. Το έργο έχει δημοσιευθεί Internet Ethnosphere journal του Ευρωπαϊκού Κέντρου Εθνοτικών Σπουδών της Ρουμανικής Ακαδημίας, το οποίο αναλαμβάνει το Κέντρο Οπτικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου (2007).
Στο Youtube υπάρχει ένας χρήστης George Pitu στον κατάλογο του οποίου είναι το arumune music video και το πολυφωνικό τραγούδι ‘C ânticul και παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες Goga’cu με ημερομηνία δημιουργίας 2010/4/21 και ανάμεσα στις ετικέτες του οποίου και να βρείτε τον Stro
Σε διάφορους χάρτες από την διαδικτυακή έκδοση ο σύγχρονος Stropan φαίνεται να είναι ο Stropan http://travelingluck.com αναφέρει μόνο καθώς πρόκειται για ‘κατοικημένο μέρος’ www.traveljournals.net και ανήκει στη διοίκηση της πόλης της Κορυτσάς (www. [ OVE OVE OVE OVE OVE OVE
ΠΗΓΕΣ:
Εγώ. Μπουριλεάνου Ν. Constantin, από τους Ρουμάνους στην Αλβανία, Επεξεργασία και πρόβλεψη από τους gabriela Boangiu και Gabriel Kroitoru, postaf Const ă του p Δρ. ‘Ρουμανική γραφή’ dr. Ίδρυμα Gheorghe Zbuchea, Κραϊόβα, 26 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, 306 σ.
ΙΙΙ. Colimitra Constantin, Farsherots, σκηνοθεσία Andrei Colimitra, ΗΠΑ, 54 ασπρόμαυρες φωτογραφίες, 1986, 300 f
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Το Stropan ή Stropani της Νότιας Αλβανίας, ιδρύθηκε το 1780 από Αρβανιτόβλαχους (οι ίδιοι προτιμούν ν αποκαλούνται Ρεμένοι ή Αρμούνοι ή Αρωμούνοι ή Αρμάνοι). Αρχικά ο Πίτου κι από κοντά κάποιος Στροπάνης και άλλοι!!! Λόγω του πολύ σκληρού χειμώνα, οι περισσότεροι πήραν τα κοπάδια τους κι έφυγαν για την Στερεά Ελλάδα. Εδώ να συμπληρώσω, ότι οι Έλληνες Αρβανίτες της Βορειοκεντρικής Εύβοιας, επαναστάτες που επέλεξαν τη περιοχή Στροπώνων Ευβοίας σαν ασφαλές καταφύγιο, βρήκαν στη περιοχή 2-3 οικογένειες Αρβανιτόβλαχων! Το στοιχείο αυτό από μόνο του, δεν μου ήταν αρκετό για να προσδιορίσω τη προέλευση της ονοματοδοσίας. Σε συνδυασμό όμως με τις μεταναστευτικές κινήσεις των Αρβανιτόβλαχων από Stropan ή Stropani Νότιας Αλβανίας προς Ελλάδα και το ότι οι Στρόπωνς Ευβοίας ιδρύθηκαν 2-3 χρόνια μετά το Stropan ή Stropani, μπορούμε με αρκετή ασφάλεια να πούμε, ότι οι 2-3 οικογένειες Αρβανιτόβλαχων τσοπάνων, είναι αυτοί που καθιέρωσαν την ονομασία Στρόπωνες στην Εύβοια, κι αμέσως οι Αρβανίτες Έλληνες αποδέχθηκαν και διατήρησαν την ονομασία.
Οι Αρβανιτόβλαχοι είναι κλάδος των Βλάχων οι πρόγονοι των οποίων κατάγονταν από τη Βόρεια Ήπειρο. Είναι διασκορπισμένοι κατά κύριο λόγο στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία, και κατά δεύτερο στη Στερεά Ελλάδα και τη Μακεδονία. Είναι διακριτοί από άλλες υποκατηγορίες Βλάχων.
Οι Αρβανιτόβλαχοι, λόγω της συνύπαρξης στη Βόρεια Ήπειρο με τους Αρβανίτες, γνώριζαν τρεις γλώσσες. Δηλαδή εκτός από την Ελληνική και τη Βλάχικη, την Αρβανίτικη. Προέρχονταν από περιοχές της νοτίου Αλβανίας (Βόρεια Ήπειρος), εξ ου και ο συνδυασμός των λέξεων Αρβανίτης + Βλάχος. Ο όρος Αρβανιτόβλαχοι είναι εξώνυμο και σχετικά νέος. Μάλιστα πολλοί από τους παλαιότερους Αρβανιτόβλαχους δεν ήξεραν τον όρο αυτό. Ένα επιπλέον εξώνυμο ήταν και το Φαρσεριώτες ή Φρασεριώτες Βλάχοι. Το ενδώνυμο που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι για να αυτοπροσδιοριστούν ήταν Ρωμένοι ή Ρεμένοι, το οποίο ταυτίζεται με το όνομα Αρμούνοι, Αρωμούνοι ή Αρμάνοι, που χρησιμοποιεί το μεγαλύτερο μέρος των υπόλοιπων Βλάχων για να αυτοπροσδιοριστεί.
Η κοιτίδα των Αρβανιτόβλαχων είναι η ευρύτερη περιοχή της πόλης Φράσσαρη ή Φράσσερη, που βρίσκεται στη σημερινή Νότια Αλβανία και στην οποία οφείλουν το αρχικό τους όνομα. Γύρω στο 1700, η Φράσσαρη ήταν μια δυναμική κωμόπολη στην περιφέρεια της Πρεμετής, με πάνω από 600 σπίτια και πολλές εκκλησίες, στην οποία κατοικούσαν Βλάχοι κτηνοτρόφοι. Αργότερα η πόλη καταστράφηκε τρεις φορές από τους Οθωμανούς, οπότε πολλοί Φρασεριώτες την εγκατέλειψαν και μετακινήθηκαν στα χωριά της Κορυτσάς. Επίσης αρκετοί μετανάστευσαν στην Αμερική όπου ίδρυσαν σύλλογο το 1903.
Ο Γάλλος περιηγητής Michel Sivignon, αναφέρει το 1975: «Ήρθαν στην Θεσσαλία πριν έναν αιώνα τουλάχιστον, διωγμένοι από την Αλβανία το πιθανότερο από κάποιο πολιτικό γεγονός. Συνέχισαν να ασκούν τις ποιμενικές τους δραστηριότητες, αν και πολλοί εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Τυρνάβου. Αυτή είναι η περίπτωση στο Αργυροπούλι που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αυτού του μεγάλου χωριού… Παραδόξως ο Αλμυρός συγκεντρώνει έναν αρκετά μεγάλο αριθμό οικογενειών που έχουν γεννηθεί στην νότια Αλβανία, δείγμα των παλαιότερων ποιμενικών σχέσεων που διατηρούσαν οι Βλάχοι ανάμεσα στην πεδιάδα του Αλμυρού και στα βουνά της Κορυτσάς…»
Κάποιες μετακινήσεις Αρβανιτόβλαχων στην Θεσσαλία και συγκεκριμένα στην περιοχή της Δημητριάδας, υπάρχουν ήδη από τον 11ο αιώνα, όπως προκύπτει από εκκλησιαστικά έγγραφα, γράμματα επισκόπων και δωρητήριες παραχωρήσεις. Μάλιστα πριν την Δ’ Σταυροφορία, ένα μέρος της Θεσσαλίας απότελούσε ξεχωριστή διοικητική περιφέρεια με το όνομα Θεσσαλική Βλαχία. Μετακινήσεις Αρβανιτόβλαχων κτηνοτρόφων και αγωγιατών στα βουνά της Όθρυος, καταγράφονται από τον 12ο αιώνα και περιγράφονται ως άγριοι και φιλοπόλεμοι, που λήστευαν και σκότωναν.
Επίσης πολλοί Αρβανιτόβλαχοι έφυγαν από τα χωριά τους στη Μακεδονία μετά από ληστρικές επιδρομές Τουρκαλβανών αμέσως μετά την λήξη της Ελληνική Επανάσταση του 1821. Αυτοί, αναζητώντας μεγαλύτερη ασφάλεια, έφτασαν στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, στα ορεινά της Αιτωλίας, της Ακαρνανίας και της Ευρυτανίας, συνεχίζοντας τη νομαδοκτηνοτροφική τους ζωή. Ο Γάλλος αρχαιολόγος και ιστορικός Léon Heuzey, αναφέρει πως το 1856 υπήρχαν γύρω στις 800 οικογένειες Αρβανιτόβλαχων (4.000 – 5.000 άνθρωποι), που σχημάτιζαν 12 χειμαδιά, από 50 – 100 οικογένειες το καθένα. Αργότερα, ανάμεσα στο 1865 και 1870, άρχισαν να δημιουργούν μόνιμους οικισμούς, που συνεχίζουν μέχρι σήμερα να αποτελούν τους νοτιότερους βλάχικους οικισμούς της Ελλάδας.
Σύμφωνα με άρθρο στο περιοδικό «Πανδώρα», οι Αρβανιτόβλαχοι της Αιτωλοακαρνανίας έφταναν το 1856 τις 2.000 και είχαν 100.000 πρόβατα στην κατοχή τους, σημαντική πηγή εσόδων προς το ελληνικό δημόσιο. Ο Γερμανός Gustav Weigand αναφέρει πως το 1888 – 1889, ο πληθυσμός τους ανερχόταν σε 2.625 στα επτά πρώην χειμαδιά της Ακαρνανίας, τα οποία εξελίχθηκαν σε σταθερά αγροκτηνοτροφικά χωριά.
Το 1807 οι Αρβανιτόβλαχοι που ζούσαν στις νότιες πλαγιές του Παναιτωλικού, ήρθαν σε σύγκρουση με τον Αλή Πασά και έφυγαν προσ την Οίτη, τον Παρνασσό, τον Ελικώνα, ακόμα και την Πάρνηθα. Το 1834 αναφέρεται από τον Γάλλο λογοτέχνη Gustave d’Eichtal, η ύπαρξη Αρβανιτόβλαχων στην περιοχή της Αταλάντης, τους οποίους θεωρεί απαραίτητους για την ενδυνάμωση της μετεπαναστατικής Ελλάδας, αφού αν και δεν είχαν τάση προς τη γεωργία, θα μπορούσε ο δυναμισμός τους να στραφεί προς τις βιοτεχνίες και το εμπόριο. Το 1852 – 1854, ο Γάλλος περιηγητής Edmond About συνάντησε Βλάχους νομαδοκτηνοτρόφους στα περίχωρα της Αθήνας τους οποίους χαρακτηρίζει ως Αρβανιτόβλαχους και οι οποίοι προμήθευαν τους Αθηναίους με τα αρνιά του Πάσχα. Επίσης Αρβανιτόβλαχοι παρατηρούνται στις πλαγιές της Όθρυς, στην Υπάτη, ακόμα και στην περιοχή του Άργους στην Πελοπόννησο.
Οι Αρβανιτόβλαχοι διακρίνονται για τον σκληρό και ανδρείο χαρακτήρα τους. Διατηρούν πολλά παλιά έθιμά τους, ακόμα και την βεντέτα. Επειδή ήταν υποχρεωμένοι να μετακινούνται για να συντηρήσουν τα κοπάδια τους πηγαίνοντας σε διάφορες περιοχές, ειδικά οι άνδρες μάθαιναν πολλές γλώσσες από τους ντόπιους πληθυσμούς που συναντούσαν και γίνονταν πολύγλωσσοι. Κάποιοι μιλούσαν βουλγάρικα, ακόμα και τούρκικα.
Ένα άλλο έθιμο ήταν κάποια αγόρια να γίνονται «αδελφοποιητοί». Πήγαιναν σε έναν ιερέα ο οποίος διάβαζε μια ευχή, και σε ένα ποτήρι με κρασί έσταζαν αίμα από τα δάχτυλά τους το οποίο μετά έπιναν. Αυτό συμβόλιζε την ένωση των Αρβανιτόβλαχων και τους ισχυρούς δεσμούς που τους ένωναν.
Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλά έθιμα των Αρβανιτόβλαχων είναι διαφορετικά από τους υπόλοιπους Βλάχους, όπως επίσης και το πολυφωνικό τραγούδι που αποτελεί σήμα κατατεθέν του εν λόγω πληθυσμού, ενώ σχεδόν ανύπαρκτη είναι η ατομική εκτέλεση. Επίσης σε αντίθεση με τους άλλους Βλάχους, συνεχίζουν να έχουν σχέση με τη κτηνοτροφία ενώ οι δεύτεροι διείσδυσαν και σε τέχνες.
Η γλώσσα των Αρβανιτόβλαχων είναι μια λατινογενής γλώσσα, πιο απαρχαιωμένη σε σχέση με άλλα νεολατινικά ιδιώματα λόγω της αργής τους ανάπτυξης, με λιγότερες ξένες επιρροές οι οποίες προέρχονται κυρίως από τα αλβανικά, τα ελληνικά και τα τούρκικα.
Το κύριο επάγγελμά τους ήταν η κτηνοτροφία, ενώ υπήρχαν και κάποιοι ραφτάδες και μεταφορείς. Ήταν οργανωμένοι σε τσελιγκάτα (ανάλογο της Αρβανίτικης φάρας), σε κάθε ένα από τα οποία αρχηγός ήταν ο τσέλιγκας, ένα σεβάσμιο από όλους πρόσωπο ο οποίος ρύθμιζε τις οικονομικές δοσοληψίες ακόμα και τους γάμους των νέων. Μετά το θάνατό του η εξουσία του μεταβιβαζόταν στο μεγαλύτερο από τους γιούς του.
ΠΗΓΗ: Βικιπαίδεια
ΣΧΕΤΙΚΟ: Οι Αρβανιτόβλαχοι (Ρεμένοι Βλάχοι)
Γενάρχης της φάρας των Θανασάτων ο Σούλης (Θανασούλης, Θανασούλιος => Σούλιος)
Γράφει ο Σωτήρης Λ. Δημητρίου
Μετάφραση από την αρβανίτικη: Σωτήρης Λ. Δημητρίου
Έχουν γραφτεί πολλές απόψεις, άλλες με κάποια λογική βάση και άλλες στηριγμένες σε μυθεύματα και σε αοριστολογίες της εποχής. Άλλες ηθελημένα, κάποιες αθέλητα.
Η πιο αξιόπιστη περίπτωση όλων είναι αυτή του Ηπειρώτη λόγιου και ιστορικού συγγραφέα Ιωάννη Λαμπρίδη στα «Ηπειρωτικά Μελετήματα», ο οποίος γράφει ότι το όνομα Σούλι προέρχεται από αρχηγό εποικιστικού γένους.
«Στρατιώτης και φυλάρχης πατριός εκ της φυλής των Τσιάμηδων ην ο Σούλης, ος (= ο οποίος) σκηνώσας εν τη νυν ομώνυμω περιοχή δέδωκε κατά το σύνηθες και το όνομα αυτού εις ταύτην». [*Η Ένσταση στον Ι. Λαμπρίδη είναι μόνο ότι, «φυλή Τσιάμηδων» ουδέποτε υπήρξε, παρά μόνο ο γεωγραφικός προσδιορισμός «Τσαμουριά» και η κάτοικοί της οι «τσάμηδες» ασχέτου γένους ή φυλής].
Ο Ι. Λαμπρίδης, στα «Ηπειρωτικά Μελετήματα», χωρίς να τις πηγές του γράφει ότι οι Σουλιώτες «ήδη το 1635 ήσαν εχθροί των εξισλαμισθέντων περιοίκων».
Να σκεφτούμε ότι οι μαζικοί εξισλαμισμοί στην Ήπειρο άρχισαν μετά τα αποτυχημένο επαναστατικό κίνημα και τον μαρτυρικό θάνατο του Διονύσου του Φιλόσοφου το 1611.
Χειρόγραφα ενθυμήματα στο περιθώριο εκκλησιαστικού βιβλίου αρκετά ώστε να έχουμε πλήρη άποψη περί του γενάρχη ο οποίος έδωσε το όνομα στο Σούλι. Καταρρίπτονται οι υποθέσεις και τα διάφορα συμπεράσμα και προκύπτει, ότι κοντά στην αλήθεια ήταν ο Ι. Λαμπρίδης και η Β. Ψιμούλη.
Από γενάρχη, μάλλον πρώτο οικίσαντα στο Σούλι, ορθόδοξο αρβανιτόφωνο Έλληνα με όνομα Θανάσης=>Θανασούλης=>Σούλης, ο οποίος ήταν ο γενάρχης των Σουλαίων και των Θανασάτων, πήρε το όνομα το Σούλι.
Σοβαρή ένδειξη ένα γράμμα μεταγενέστερο του Φώτου Τζαβέλλα, ο οποίος δεν έγραφε «…πάω στο Σούλι» αλλά «…πάω στου Σούλη» είναι σοβαρή ένδειξη ότι όλα τα άλλα ήταν υποθέσεις ή δόλια παραποίηση κάποιων που παραποίησαν πολλά τοπωνύμια τότε, καθώς και μεγάλο μέρος της ιστορίας του Σουλίου, προκαλώντας ως σήμερα υποψίες!
‘’Κατέφυγομεν εις Σούλιον άπαντες οι λίθον ξηρόν αντί δούλου θανάτου ασμένως προαιρούμενοι Γκουστ μοναζ Φαρε Θανασατων’’ (Αυγούστου μηνός φάρα (σόι) των Θανασάτων)
Ένα γένος από τα πρώτα του Σουλίου ήταν και η φάρα, των «Θανασάτων». Δημιουργήθηκε πριν τον 17ο αιώνα, από μία κλάρα της αρχικής φάρας των «Σούληδων», η οποία ήταν αυτή που πρώτοκατοίκησε στο Σούλι. Κάποιος «Θανάσης Σούλης» από γενάρχη ονόματος Θανάση => Θανασούλη => Σούλη. Ιδρύθηκε τότε μία καινούργια οικογένεια, (το πρώτο παρακλάδι της φάρας των Σούληδων), η οποία γρήγορα πολλαπλασιάστηκε και μετονομάστηκε «φάρα των Θανασάτων».
Πολλοί απόγονοι του Θανάση Σούλη, διατήρησαν το όνομα των προγόνων τους και μέσα στη φάρα των Θανασάτων. Το ίδιο όνομα, υπό τον τύπο Σούλη, Σούλ(ι)ο, Σούλ(ι)ος και Σούλας εμφανίζεται είτε ως μικρό όνομα, είτε ως επώνυμο προσώπων σε κείμενα του 16ου, 18ου και 19ου αιώνα.
Υπάρχει Βυζαντινό χειρόγραφο του 16ου αιώνα με τρείς θείες λειτουργίες. Στα περιθώρια των σελίδων αυτού του χειρογράφου υπάρχουν πολλές ενθυμήσεις και σημειώσεις. Πρόκειται για καταγραφή των σημαντικότερων γεγονότων της φυλής των Θανασάτων και των οικογενειών των Σουλαίων, των Γκιώνιδων, των Θανασάτων κλπ., όπως οι γεννήσεις παιδιών, η εγκατάλειψη του Σουλίου, η εγκατάσταση των Σουλιωτών στην Κέρκυρα κ.α.
Καπετάνιος Γιάννο Σούλος (1750-1808).
(Γράφονταν έτσι, η προφορά όμως τότε ήταν Σούλιος, όχι Σούλος, ούτε Σούλι-ος. Αυτό είναι «λεπτό» λάμδα στην προφορά χωρίς «ι» ενδιάμεσα)
Ο πρώτος Σούλος που αναφέρεται είναι ο Καπετάνιος Γιάννο Σούλος, αρχηγός φάρας των Θανασάτων. Γεννήθηκε στο Σούλι το 1750 και πέθανε το 1808 σε ηλικία 58 χρονών στην Κέρκυρα.
‘’Εν ετι Κυριο (1)808 απεβιωσε εν Κορφο ο προεστός των Θανασατον Καπιτανο Γιανο Σουλο ετον πεντικονταοκτο’’
Τα παιδιά του Γιάννου όπως αναγράφονται το ημερολόγιο είναι τα εξής: Δημήτριος (1775)
‘’Κουϋτήμ γκης Θανας πρες κριετε τετημπιδιετε Τουρκους του Σουλειμαν Τσαπαρη που εκλισθοισαν εν τη μπιεσοι ντε κλϊσε Αγιου Γεοργιου εν Σούλιον Λαφτας Γιανο’’
Μετάφραση:
(Ανάμνηση παππούς Θανάσης κόβει τα κεφάλια 18 Τούρκων του Σουλεϊμάν Τσάπαρη που εκλείσθησαν εν τη πίστη της εκκλησίας Αγίου Γεωργίου εν Σούλιον. Λαφτας Γιαννο).
Δημήτριος Γιάννου Σούλ(ι)ος (1775-1826)
Τον Αύγουστο 1775 γεννήθηκε το ο Δημήτριος πρώτο παιδί του και κληρονόμος του καπετάνιου Γιάννου Σούλου και πέθανε το 1826 σε ηλικία 51 χρονών στην έξοδο του Μεσολογγίου.
| Δείγμα ολόκληρης της σελίδας, στην οποίο χρησιμοποιήθηκε το περιθώριο για να αποτελέσει σημαντικό αρχείο! |
‘’Εμπαϋτε μεντ γκουστ μοναζ ελερε παρε ντιαλε Δημητριος βαρηφ Γιανο Σουλο πη ρεχατ εν ετοι 775’’
Μετάφραση:
(Κάνω θύμηση (Ενθύμιον), Αύγουστο μήνα γεννημένο το πρώτο παιδί Δημήτριος και κληρονόμος του καπετάνιου Γιάννου Σούλ(ι)ου αγαλιάζουμε εν έτοι 1775).
Το ποσοστό του αναλφβητισμού στον λαό της πατρίδας μας τότε είναι γνωστό ότι ήταν σχεδόν ολοκληρωτικό, πόσο μάλλον στα απόμακρα και ορεινά μέρη. Τα «λίγα γράμματα» ακόμα πιο σπάνιο. Εκτός τους λόγιους και λοιπούς μορφωμένους, οι γραμματείς είχαν και εκείνοι καλή μόρφωση και έγραφαν όλοι στην καθαρεύουσα. Βλέπουμε να χρησιμοποιείται ευρέως στην γραφή! Έγραφαν καθ΄ υπαγόρευση, επιστολές, ημερολόγια κλπ. από την ομιλουμένη που τα άκουγαν τα μετάφραζαν στο γραπτό απ΄ευθείας καθαρεύουσα. Ας μη θεωρούμε ότι οι αγράμματοι μαχητές τους υπαγόρευαν όπως είναι γραμμένα. Όσα μπορούσαν να τα μεταφράσουν στην ελληνική, γραφόντουσαν απ΄ευθείας στην καθαρεύουσα. Όσα δεν μπορούσαν, οι γραμματείς τα έγραφαν όπως τα άκουγαν. Έτσι κι εδώ, βλέπουμε καθαρεύουσα και αρβανίτικα μαζί στο ίδιο κείμενο.
‘’Ιροηκος μαχομενως επεσε εν Μεσολογγιο ο ηρος Μητζο Γιανο. Κυριε μνησθητι ιροο Μητζο 826’’ (1826)
Από το Σεπτέμβριο του 1788 ο απεσταλμένος πρόξενος της Αυτοκράτειρας Μεγάλης Αικατερίνης της Ρωσίας Λουδοβίκος ή Λουΐζης Σωτήρης καταφτάνει στο Σούλι για να πείσει τους Σουλιώτες να συμμετάσχουν στον πόλεμο εναντίον του Αλή Πασά που είχε ξεκινήσει ένα χρόνο πριν.
Στις 2 Νοέμβριου 1788 ο Γιάννο Σούλο υπογράφει ως Σουλιώτης Καπετάνιος μια επιστολή που μαζί με άλλους Σουλιώτες – Πάσχο Κύρκο, Νάσιο Κόκκαλη, Γιωργάκης Τσεκούρης – έστειλαν προς τους Συνδίκους της Πρεβέζης -Ενετικής διοίκησης-, με την οποία ζητούσαν να απελευθερώσουν τον Μπέκα και άλλους τρεις συμπατριώτες τους, που είχαν συλληφθεί εκεί. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά των 3000 μάχιμων ανδρών.
Γιάννος Μήτσου Σούλος (1794-1855)
Ξημερώματα της 20ης Απριλίου 1794 γεννήθηκε ο γιος του Δημήτριου Σούλου και εγγονός του Γιάννου της φάρας των Θανασατών. Πέθανε σε ηλικία 59 χρονών στην Ναύπακτο.
Ο ονομαστικός κατάλογος που είχε διασωθεί και αφορά τις οικογένειες Σουλιωτών που εγκαταστάθηκαν στην Ναύπακτο, καταρτήθηκε πέντε χρόνια μετά την εγκατάστασή τους στη Ναύπακτο, στις 14-5-1834 και περιλαμβάνει λοιπά στοιχεία της οικογένειας του Γιάννου.
‘’Σουλιον 1794 Απριλιου 20ης ορες 4 του νιχτως εγενηθοι ο Γιανο Μιτζο Σουλο της φαρας τον Θανασατον γκεζόνεμ εμαδε΄΄ Μετάφραση των τελευταίων: «Χαίρομαι τα μέγιστα»
Σούλι Πρίσουνε – Παργα Γενάρης (1804)
Με την εγκατάλειψη του Σουλίου (Δεκέμβριος 1803) όλες οι οικογένειες των Σούληδων ή Σουλάτων ή Σουλαίων πήγαν στην Πάργα μαζί με την φάρα του Τζαβέλα. Στο χειρόγραφο της οικογένειας, που είχε πάρει μαζί του ο Γιάννος, αναφέρεται:
«Πρίσουνε Σούλλιον, Πάργα γενάρ 804»
*(έσπασε, χάλασε το Σούλι, Πάργα Γενάρης (1)804).
Από την Πάργα πέρασαν στην Κέρκυρα.
Από εκεί θα προωθηθούν, μέσα στο 1804, στα Επτάνησα, όπου θα παραμείνουν για χρόνια πρόσφυγες, άλλοι στο μεροκάματο και στην φτώχια και άλλοι ως μισθοφόροι στα στρατιωτικά σώματα που συγκροτούνται εκεί πρώτα από τους Ρώσους και, μετά το 1807, από τους Γάλλους. Με το νου στραμμένο στην απέναντι ηπειρωτική χώρα θα εκφράζουν, μέσα από τα αλβανόφωνα τραγούδια τους, νοσταλγία για τον τόπο τους και ευθύνες για τους αρχηγούς τους:
(Εδώ δύο μόνο στίχοι που είναι γραμμένοι σκόρπια στο βιβλίο) από ολόκληρο το τραγούδι.
«Τι μωρέ Φοτο τζαβελλα/ σι να μπερε με καπελα/
Ψε ου πρεμ ψε ου βράμε/ Σούλην ε σκρέτε κου ε λιάμε;/
Αλη πασάιτ για δάμε Νατ ε ντιτ ριμ ε κλάϊμε».
Μετάφραση:
» Σύ μωρέ Φώτο Τζαβέλλα / τι μας έκαμες με καπέλλα, / γιατί κοπήκαμε γιατί σκοτωθήκαμε / το Σούλι το έρημο πού τ΄αφήκαμε, ΄/ Του Αλή πασά το δώσαμε / Μέρα νύχτα καθόμαστε και κλαίμε » ).
‘’φατυ τι μορε φωτο τζαβέλα σι να μπερε με καπελα’’
Μετάφραση: «Μοίρα Εσύ μωρέ Φωτο Τζβέλλα πώς μας έκανες με καπέλα»
‘’Φατυ ντε Κορφουζ να χόδι ζουμ ντόρ με Μοσκοβέ’’
Μετάφραση: «Μοίρα στην Κέρκυρα μας έριξε δώσαμε τα χέρια με τον Μόσχοβο»
Στο χειρόγραφο των Σούληδων ή Σουλάτων ή Σουλαίων.
‘’Λαμπρί (1)835 εγενηθι Νασηο Λαζαρο υιος του Γιανο Μητζο προεστός των Θανασατον’’
‘’Πραβυ 1860 εγενηθη ο Δημήτριος πρωτοτοκος υιος του Νασιου Λαζάρου Μήτσου’’
Όσο πλησιάζουμε στα τελευταία χρόνια, ο γραφικός χαρακτήρας, η ορθογραφία και η γλώσσα έχει διαφορές, ενώ δεν υπάρχει άνεση στην ελληνική γραφή και εξαλείφεται η αρβανίτικη.. Προκύπτει αβίαστα ότι αρχηγός εποικιστικού γένους ο Σούλης από το όνομα Θανάσης=>Θανασούλης =>Σούλης. Ομοίως και Θανασούλ(ι)ος=> Σούλ(ι)ος. Μία κλάρα από την ίδια φάρα πήρε το αρχικό Θανασάτες και παρέμεινεγνωστή ως Θανασάτες.
Σε άλλο άρθρο θα υπάρξει συνέχεια ούτως ώστε να γίνουν γνωστά πολλά ιστορικά γεγονότα από αυτή την φάρα των Σούληδων, η οποία ήταν ιδρυτική του ηρωικού αυτού χωριού που έδωσε το όνομα της στο Σούλι!

ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Η τελευταία μάχη και ο θάνατος του Σουλιώτη ήρωα στο Κεφαλόβρυσο Ευρυτανίας, 8 προς 9 Αυγούστου το βράδυ 1823
«Μάνα δε γέννησε στην Ελλάδα δεύτερο Μάρκο… Ούτε είδα, ούτε θα ιδώ τέτοιον πολεμάρχη».Είπε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης για τον Μάρκο Μπότσαρη.

Γράφει ο ΣΩΤΗΡΗΣ Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
https://penbloc.blogspot.com/2019/08/blog-post_10.html?m=1
Μεταξύ τους οι Σουλιώτες μπορεί να μάλωναν, θύμωναν, τρώγονταν πολλές φορές, μα ήταν σαν να μάλωναν στην ίδια την φαμίλια, στο ίδιο σπίτι. Κι όμως ο αγώνας ήταν αγώνας. Πάλεψαν για την λευτεριά και απόσπασαν τον θαυμασμό όλης της χώρας.
– «Πού πας ορέ Μάρκο; με τούτους πας να πολεμήσεις; Εκείνοι είναι μεγάλο ασκέρι». Λέει ο Καραϊσκάκης.– «Αν σε ρωτήσουν πού πάω, να τους πεις, ότι ο Μάρκος πάει για να σκοτωθεί». Απαντάει φεύγοντας ο Σουλιώτης ήρωας.
Και πήγε…
Από την πλευρά των Τούρκων, δύο ασκέρια υπό τους Μουσταή Πασά της Σκόνδρας με 12.000 Αλβανούς και 3.000 Μιρντίτες (Αλβανοί βουνίσιοι ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί) και Ομέρ Βρυώνη πασά των Ιωαννίνων με 4.000 Τουρκαλβανούς, χωρισμένοι σε τρία τμήματα, ξεκινούν σε παράλληλη κάθοδο προς το Μεσολόγγι.Κατάλαβε ο Μάρκος τις δύσκολες ώρες και δεν κάθισε καθόλου μέσα στην πολιτεία, αλλά πήρε 400 Σουλιώτες κι άλλους 850 ακόμα και έβαλε στο μυαλό του το σχέδιο επίθεσης κατά του Σκόντρα. Για να πάψει κάθε γκρίνια και παράπονο μπροστά σε όλους ξέσκισε το δίπλωμα της αρχιστρατηγίας και είπε εκείνο το αθάνατο:«Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα μεθαύριο μπροστά στον εχθρό».Και κάλεσε συμβούλιο και μεταξύ άλλων είπε: «Ο Θεός μας βοήθησε και νικήσαμε πολλές φορές τους εχθρούς της πίστης μας, θα μας βοηθήσει να νικήσουμε και τούτον τον εχθρό που έχει στηρίξει όλες τις ελπίδες τους ο Σουλτάνος.Απάντησαν οι καπεταναίοι πως πολλές φορές είχαν νικήσει τους Γκέγκηδες και θα τους νικήσουν και τώρα σε τούτα τα βουνά που διάλεξαν να κατεβούν. Όλοι μαζί με τον θρυλικό αρχικαπετάνιο, τον Μάρκο Μπότσαρη που ο Νίκος Ζιάγκος στο βιβλίο του, τον αποκαλεί συνέχεια «ισόθεο», ανεβαίνουν για τα βουνά του Καρπενησιού.Τζαβέλλας, Φωτομάρας, Ζέρβας, Γιολδάσης με τα αδέρφια του, Ζαχαράκη και Κώστα Σερέτη, Σιαδήμας, Κοντογιαναίοι της Φθιώτιδας τάχτηκαν στα Λακώματα της Σανιάδας που είναι στις πλαγιές του Κόρακα. Ο Μάρκος και οι Σουλιώτες προχώρησαν στο Μικρό Χωριό. Μόλις έφτασαν έστειλε ο Μάρκος τρία ψυχωμένα παλικάρια να συγκεντρώσουν πληροφορίες για τον εχθρό. Τα ξαδέρφια του, Τούσια (Θανάση) Μπότσαρη, τον Νάση (Θανάση) Κουτσονίκα και τον Γιάννη Μπαϊραχτάρη. Τον μπαϊραχτάρη (σημαιοφόρο) του. Ήταν 7 Αυγούστου που τούτα τα παλικάρια μπήκαν στο εχθρικό στρατόπεδο να το κατασκοπεύσουν, αφού τίποτα δεν διέφερε από τον εχθρό, ούτε στο ντύσιμο ούτε στην γλώσσα. Μπήκαν μέσα, ημέρα που είναι πιο χαλαρά τα πράγματα, έπιασαν κουβέντα με κάποιον τουρκαλβανό, τον κέρασαν και καπνό. Από αυτόν έμαθαν πάνω στην κουβέντα το σύνθημα τους, ότι τάχα δεν το θυμόντουσαν. Αφού γύρισαν το στρατόπεδο, είδαν και μάζεψαν πληροφορίες. Αν κάποιος τουρκαλβανός αμφέβαλε, τους έλεγε το σύνθημα. Αμέσως απαντούσαν με το παρασύνθημα, οπότε τους θεωρούσαν δικούς τους.Σύνθημα των τουρκαλβανών: «Γκούρι». Παρασύνθημα: «Θήκα». Μετάφραση: «Η πέτρα» «Το μαχαίρι». Τιμή σε τούτα τα παλικάρια, τον Τούσια Μπότσατη, Τον Νάση Κουτσονίκα και τον Γιάννη Μπαϊραχτάρη. Γύρισαν την ίδια μέρα και είπαν όσα είδαν και άκουσαν στον Μάρκο. Αμέσως ο αρχικαπετάνιος έστειλε γράμμα στα Λακώματα:«Αδερφοί καπεταναίοι. Εγώ ήρθα και έχω σκοπό να προσβάλω τον πασά. Αν θέλετε κατεβάτε κάτω στον Άγιο Νικόλαο του χωριού Κλαψίου να κουβεντιάσουμε και να τον χτυπήσουμε μαζί κι αν δεν θέλετε μην έρχεστε». «Δεν είμαστε γυναίκες να μην πάμε», είπαν οι Σουλιώτες και πήγαν στον Άη Νικόλα. Εκεί τους περίμενε ο Μάρκος και μιλήσανε. Αποφάσισε ο Μάρκος το βράδυ 8 με 9 Αυγούστου να μπει από την είσοδο της κοιλάδας ακολουθώντας το ρέμα και θα χτυπούσε άξαφνα. Εκείνοι θα ’πρεπε να πέσουν πάνω στον εχθρό από την άλλη μεριά, από το διάσελο του Άη Αντρέα και από το γεφύρι του Δεσπότη, έτσι θα έβαζαν τον εχθρό στην μέση. Έμαθαν οι Τουρκαλβανοί Γκέγκηδες από μαντατοφόρο που δείλιασε και πήγε προσκύνησε, ότι ο Μάρκος θα τους επιτεθεί. Δεν τον πίστευαν ότι θα τους χτυπήσουν 1.250 άνθρωποι και μάλιστα τον «υπερήφανο» στρατό των Σκοντράνων και γέλασαν.
Σύνθημα: Τσίλι γιε τι; Παρασύνθημα: Χέκουρ (Ποιος είσαι εσύ; —— Σίδερο)
Στις 8 Αυγούστου την νύχτα οι οπλαρχηγοί με τον Τζαβέλλα, έφτασαν στον Άη Αντρέα και έστειλαν ανιχνευτές.Με ακρίβεια κινήθηκε και ο Τζαβέλλας, από την ανατολική πλευρά, όπου οι δική του πήγαν σε αυτό το πέρασμα.Από την άλλη μεριά ο Μάρκος με τους άντρες του έμπαινε στην ρεματιά το βράδυ 10,15΄ που όρισαν, όπως είχαν μιλήσει. Για να περάσουν από τα καραούλια χρησιμοποίησαν τα συνθήματα των τουρκαλβανών που είχαν φέρει μαζί με τις υπόλοιπες πληροφορίες, ο Τούσιας Μπότσαρης, ο Νάσης Κουτσονίκας και ο Γιάννης Μπαϊραχτάρης, ξαδέρφια του Μάρκου. Όταν άκουγαν το σύνθημα των τουρκαλβανών, «Γκούρι», απαντούσαν με το τουρκαλβανικό παρασύνθημα: «Θήκα».Σύνθημα μεταξύ των Σουλιωτών για να μη σκοτωθούν μεταξύ τους είχαν το: Τσίλι γιε τι;(ποιος είσαι) και παρασύνθημα: Χέκουρ (σίδερο).Ξαφνικά, την γαλήνη της νυχτιάς την αναστατώνει η σάλπιγγα της επίθεσης. Τότε άρχισε το μεγάλο γιουρούσι, μοναδικό στην ιστορία των Σουλιωτών. Το Κεφαλόβρυσο, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, μετατρέπεται σε ένα απέραντο σφαγείο Τουρκαλβανών. Το απερίγραπτο μακελειό συνεχίστηκε ως πριν χαράξει στο Κεφαλόβρυσο και γέμισε η κοιλάδα σφαγμένα κουφάρια.Τους βρήκε τέτοιο κακό μέσα στην νύχτα στο ορδί τους και πάνω στον πρώτο ύπνο που νόμισαν ότι ήταν λάθος, ατύχημα και φώναζαν: «Χατάς…χατάς…». Απάντησε ο ίδιος ο Μάρκος φωνάζοντας:- Δεν είναι χατάς (ατύχημα), σας σφάζει ο Μάρκος.Οι Σουλιώτες, αλαλάζουν σαν δαιμονισμένοι και σφάζουν ασταμάτητα, για να μην προλάβουν οι τουρκαλβανοί να συνέρθουν. Τρέχουν πανικόβλητου οι «αήττητοι» του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας πανικοβλημένοι και πνιγμένοι στο αίμα. Οι Σουλιώτες ορμούν με ακόμα περισσότερη μανία και ατέλειωτο πάθος. Μεγάλος είναι ο πανικός και η σύγχυση που επικρατεί στους τουρκαλβανούς. Δεν ξέρουν από ποιον να φυλαχτούν και σφάζονται μεταξύ τους.
| Filippo Marsigli Η μάχη στο Κεφαλόβρυσο |
Τα σπαθιά βούλιαζαν στις σάρκες των τουρκαλβανών και έκοβαν τα κεφάλια τους, σφύριζαν οι σφαίρες στην λαγκαδιά και στα φυλλώματα των πλατάνων. Μια σφαίρα βρήκε τον Μάρκο στο βουβώνα, μα δεν την κατάλαβε και συνέχιζε την σφαγή.Ο Κουτσονίκας γράφει, ότι ο Κίτσος Τζαβέλλας με τους δικούς του πολέμησε από την άλλη μεριά ως πριν το χάραμα που υποχώρησαν όλοι.Το σώμα υπό τον Κίτσο Τζαβέλα υποχώρησε μετά από σύντομη ανταλλαγή πυρών, γράφει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΒ’, σ. 303.Αυτή είναι η πρώτη καταδρομική επίθεση στη παγκόσμια πολεμική ιστορία που έχει καταγραφή και ήταν σχέδιο του Μάρκο Μπότσαρη.Με το χάραμα της 9 Αυγούστου οι Σουλιώτες αποχωρούν χωρίς τον κίνδυνο να τους ακολουθήσει κανείς. Οι Σουλιώτες λουσμένοι πατόκορφα απ’ το εχθρικό αίμα γελούν με το κατόρθωμά τους. Μαζί τους, εκτός τα πολλά λάφυρα, σέρνουν αιχμάλωτο και τον διοικητή του στρατοπέδου, τον Άγο Βασιάρη

Ο θάνατος του ήρωα Μάρκου Μπότσαρη
Τον Μάρκο έμελλε εκείνο το βράδυ να τον σταματήσει μόνο ο θάνατος από το να πιάσει τον Σκόντρα αιχμάλωτο ή να του πάρει το κεφάλι!Ο Μουσταή Πασά της Σκόντρας ταμπουρωμένος πίσω από την μάντρα με όλους τους σωματοφύλακες και ο Μάρκος όρμησε κατά κει. Από κοντά του o ξάδερφός του Νάσης Κουτσονίκας, αδερφός του Λάμπρου, καθώς ο άλλος ξάδερφός του Τούσιας Μπότσαρης, έσφαζε τουρκαλβανούς λίγο πιο πέρα. Δεν πρόκανε ο Κουτσονίκας να κρατήσει το λαβωμένο στο βουβώνα θηρίο, τον «ισόθεο» Μάρκο (έτσι τον αποκαλεί ο Νίκος Ζιάγκος) προτού βγάλει το κεφάλι από τον τοίχο να χιμήξει. Μέσα στην νύχτα το θανατηφόρο βόλι τον βρήκε πάνω από το δεξί μάτι.Ο Νάσης Κουτσονίκας τον σηκώνει με πόνο και συντριβή και τον μεταφέρει πιο πίσω και τον φορτώνεται ο Τούσιας Μπότσαρης μέχρι να τον κατεβάσουν μέσα στην νύχτα προτού το αντιληφτούν τα παλικάρια ότι ο Μάρκος πάει και χάσουν το ηθικό τους.Η είδηση για τον χαμό του Μάρκου Μπότσαρη έγινε στριγγιά φωνή και μεγάλο μοιρολόι και πέταξε πάνω από βουνά, φαράγγια και κάμπους από όλη την όλη την επαναστατημένη Ελλάδα. Και έφτασε και πάνω στην Ήπειρο, στην Θεσπρωτία και στο ερημωμένο Σούλι στην γενέτειρα του Μάρκου και όλων των Σουλιωτών.Όταν απομακρύνονται αρκετά από το διαλυμένο στρατόπεδο οι Σουλιώτες και χάνονται οι κραυγές του πόνου και της απελπισίας, φτάνουν σε ένα αναπάντεχο θέαμα. Σε ένα πλάτωμα του Κώνισκου, βλέπουν τον αρχηγό τους, το Μάρκο, νεκρό. Δίπλα του, οι συνοδοί του σκυφτοί και αμίλητοι. Η χαρά της νίκης μετατρέπεται σε οδύνη και το μίσος της εκδίκησης τρελαίνει το μυαλό τους. Με μιας γονατίζουν τον αιχμάλωτο Άγο Βασιάρη μπρος στο σώμα του αρχηγού τους, όπως ορίζουν τα αρχαία πολεμικά έθιμα, και τον σφάζουν.Ο Μάρκος είχε πιάσει τον Άγο Βασιάρη που ήταν αρχηγός του στρατοπέδου και τον παρέδωσε στους Σουλιώτες να τον κρατήσουν. Εκείνοι όμως μετά τον θάνατο του Μάρκου, τον σκότωσαν.Τον Μάρκο τον πήγαν στο Μεγάλο Χωριό 5 η ώρα το πρωί και από κει συνοδεία 100 Σουλιώτες για το Μεσολόγγι. Έφτασαν 11 η ώρα στο μοναστήρι του Προυσού όπου είχε αποσυρθεί ο Καραϊσκάκης μετά την αρρώστια του. Φτάνοντας η πομπή των Σουλιωτών, βγήκε κλαίγοντας ο Καραϊσκάκης και πάει στον νεκρό Μάρκο και τον ασπάζεται. Αποχαιρετώντας τον δε, λέει: «Μακάρι αδερφέ Μάρκο από τέτοιον θάνατο να πάενα κι εγώ». Περπατώντας πολύ γρήγορα και ασταμάτητα οι Σουλιώτες με τον νεκρό Μάρκο, έφτασαν στο Αγρίνιο 11 η ώρα προτού τα μεσάνυχτα και από εκεί στο Μεσολόγγι στις 10 Αυγούστου στις 9 με 10 η ώρα το πρωί.Βαρύ πένθος για τον 33χρονο αρχικαπετάνιο Μάρκο Μπότσαρη στο Μεσολόγγι. Ο πρώτος έπαρχος υποδέχτηκε τον Μάρκο και τον ασπάστηκε. Η Μάρω, αδερφή του Μάρκου ζήτησε να τον πάρει στο σπίτι της για τις τελευταίες φροντίδες και να τον κλάψει.Συνηθισμένη από θανάτους η φάρα των Μποτσαραίων, όπως και όλων των Σουλιωτών. «Ήταν γραμμένο έτσι να πάει και ο Μάρκος μου, από τότε που γεννήθηκα δεν άκουσα και δεν είδα τίποτε άλλο από σκοτωμούς, πόλεμο και κακό». Είπε μέσα στα άλλα η αδερφή του Μάρκου η Μάρω. Κι έκλαψε τον αδερφό της με έναν γοερό θρήνο, που εξιστορούσε την ζωή του από το Σούλι που γεννήθηκε ως την Κέρκυρα, στην Ιταλία, στα νησιά, παντού όπου περπάτησε ο ήρωας και ανέβασαν τον θρήνο πολύ ψηλά και έφτασαν και στο Καρπενήσι που άφησε την τελευταία του πνοή τούτος ο αετός που ήταν του Σουλίου και έγινε ολόκληρης της Ελλάδας.Συμφωνία επιβλητική οι 33 κανονιές όσες και τα χρόνια του Μάρκο Μπότσαρη του Σουλιώτη, που αντηχούσαν κάθε ένα τέταρτο.
Η κηδεία του ΜάρκουΟ ίδιος ο έπαρχος Κ. Μεταξάς γράφει: «Ο νεκρός πέρασε στο σπίτι του θριαμβευτικά, ντυμένος με τα καλά του και σκεπασμένος με την Ελληνική σημαία. Κι ο λαός σε ατελείωτη σειρά περνούσε και φιλούσε τον ελευθερωτή της πατρίδας».Το απόγευμα έγινε η κηδεία, ξεκινώντας από το σπίτι του έπαρχου για να δειχτεί πως τον κηδεύει το έθνος. Τούτη η πομπή έμοιαζε με έναν θρίαμβο σαν εκείνο των αυτοκρατόρων της Ρώμης ή των Βυζαντινών στρατηγών. Μπροστά οι τουρκαλβανοί αιχμάλωτοι, άλογα των πασάδων με τις τούρκικες σημαίες από πάνω. Ακολουθούσαν οι παπάδες με τον Δεσπότη, κι αμέσως ύστερα ο νεκρός που τον σήκωναν ψηλά, στα δυνατά τους μπράτσα 12 παλικάρια του, ενώ κοντά στο φέρετρο ακολουθούσε η Μάρω και οι άλλοι συγγενείς του, ο Έπαρχος οι καπεταναίοι, ο λαός. Γυναίκες με ξέπλεκα μαλλιά ριγμένα στην πλάτη συμπλήρωναν την πορεία, ενώ ακολουθούσαν φορτιάτικα ζώα με όλα τα όπλα και τα σπαθιά, που πιάστηκαν στην μάχη. Τελευταία έρχονταν οχτώ χιλιάδες γιδοπρόβατα και έκλεινε ο θρίαμβος.Μετά την νεκρώσιμη ακολουθία θάφτηκε μπροστά στον ιερό ναό της εκκλησιάς «Παναγία» δίπλα στον τάφο του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη.Δεν υπήρχε άνθρωπος απλός κι επίσημος που να μην τον συγκίνησε ο θάνατος του Μάρκου, μας γράφει ο Νίκος Ζιάγκος στο βιβλίο του: «Μάρκος Μπότσαρης»Ήταν νύχτα πριν ξημερώσει η 9η Αυγούστου 1823 που ο Μάρκος Μπότσαρης από την μάχη στο Κεφαλόβρυσο πέρασε στην αιωνιότητα.
Οι απώλειες της μάχης εκατέρωθενΤο νυχτερινό γιουρούσι που ξημέρωνε η 9 Αυγούστου 1823, στα Πλατάνια του Κεφαλόβρυσου, οι Έλληνες – Σουλιώτες είχαν ακόμη 59 νεκρούς, εκτός του Μάρκου και 42 τραυματισμένους. Σκότωσαν 1.500 Τουρκαλβανούς και πλήγωσαν λιγότερους. Έπιασαν αιχμαλώτους και πήραν 1.600 τουφέκια, 1.800 πιστόλες και 300 σπαθιά. Πήραν ακόμα, 1.200 άλογα, 30 μουλάρια, 4 σημαίες και χιλιάδες γιδοπρόβατα.Όμως κάποιοι ιστορικοί μιλάνε για 3.000 απώλειες των Τούρκων, ο Πρόκες Όστεν για 2.000 και ένα τραγούδι για 1.200.Πολλά τραγούδια γράφτηκαν για τον Μάρκο. Τραγούδια που εξυμνούσαν την παλικαριά του, τις μάχες που έδωσε αλλά και θρήνοι και μοιρολόγια, για τον θάνατό του σε αρβανίτικα και σε ελληνικά. Όλη η Δυτική αλλά και η υπόλοιπη Ελλάδα θρήνησε αυτό το παλικάρι, τον μετρημένο, τον ντροπαλό και λιγομίλητο και γνωστικό, τον άξιο και έξυπνο αρχικαπετάνιο, που στις μάχες γινόταν θηρίο ανήμερο και τον έτρεμαν και σέβονταν και οι εχθροί του. Κάποιοι έκλαψαν την απώλεια τέτοιου παλικαριού, όπως ο πασάς Ισμαήλ Πλιάσα, από σεβασμό στον Μάρκο κι ας ήταν οχτρός.Έγραψαν πολλοί ποιητές και συγγραφείς για τον Μάρκο. Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη συγκίνησε τους φιλέλληνες σε Ευρώπη και Αμερική. Αρκετά ποιήματα αφιερωμένα σ’ αυτόν από πολλούς Ευρωπαίους ποιητές, ακόμη και ο Ζακυνθινός συνθέτης Παύλος Καρρέρ το1858 παρουσίασε την όπερα «Μάρκος Μπότσαρης». Μία πλατεία του Στρασβούργου έχει το όνομα του Έλληνα οπλαρχηγού και μια ταμπέλα γράφει εν συντομία ποιος ήταν ο Μάρκος Μπότσαρης. Το γαλλικό κράτος τίμησε το 1911 τον Μάρκο Μπότσαρη, δίνοντας σ’ έναν από τους σταθμούς του παρισινού μετρό τ’ όνομά του («Botzaris»). Στο Στρασβούργο υπάρχει πλατεία που έχει το όνομά του: «Square Markos Botzaris».Μετά την Έξοδο και τη κατάληψη του Μεσολογγίου από τους οθωμανούς, οι τουρκαλβανοί άνοιξαν τον τάφο του Μπότσαρη αναζητώντας τα πολύτιμα όπλα του.Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται εθνικός ήρωας. Είναι ο μόνος ίσως που δεν θα του βρει κάποιος ούτε ένα ψεγάδι, σε αυτό το ανδρείο παλικάρι, τον συνετό άνδρα, τον έξυπνο στρατιωτικό, τον ακέραιο χαρακτήρα. Ο μεγαλύτερος ήρωας που γέννησε η Ήπειρος και από τους μεγαλύτερους ήρωες της κατά την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Ήταν παράδειγμα ανδρείας και ήθους και πρέπει κάποια στιγμή η γενέτειρα Θεσπρωτία να τον τιμήσει με ανδριάντα στην πρωτεύουσά της.

Έχει γραφεί σε πολλά βιβλία ότι στην κατάληψη του Σουλίου από τον Αλή Πασά πιθανόν να συνετέλεσε η αμφιλεγόμενη «προδοσία» του Πήλιου Γούση, ο οποίος, κατά την παράδοση, οδήγησε από ένα άγνωστο μονοπάτι τους Αλβανούς στα νώτα των Σουλιωτών.
Όμως για τον Πήλιο Γούση, τα πράγματα δεν είναι όπως μεταφέρθηκαν από τον Περραιβό.
Ο Πήλιος Γούσης ήταν Σουλιώτης πολεμιστής, πολέμησε τα έτη 1800-1804 κατά των Τουρκαλβανών του Αλή Πασά, μέλος της Φιλικής Εταιρείας από το έτος 1819
και έπεσε ηρωικά ως αξιωματικός κατά την Έξοδο του Μεσολογγίου το έτος 1826.
Το όνομα του Πήλιου Γούση είναι χαραγμένο σε έναν από τους τάφους στο Ηρώο Μεσολογγίου.
Πως όμως του βγήκε το όνομα του Πήλιου Γούση;
Η κακή φήμη βγήκε από τον συγγραφέα Χριστόφορο Περραιβό, τέως αξιωματικό του Βενετικού στρατού, ο οποίος έγραψε ότι «ο Γεώργιος Μπότσαρης και οι συμπέθεροί του Πήλιος Γούσης και Κουτσονίκας επρόδωσαν στον Αλή Πασά την πατρίδα τους το Σούλι».
Θεωρείται βέβαιο όμως ότι αυτά τα έγραψε ο Χριστόφορος Περραιβός για προσωπικούς λόγους, διότι οι ανωτέρω τρεις είχαν κάποτε αντιδράσει στην αποστολή του ως πληρεξούσιου στον Αυτοκράτορα Αλέξανδρο της Ρωσίας..
Ωστόσο, αισθάνομαι την ανάγκη , να τονίσω ότι αυτή η δεύτερη έκδοση θα πρέπει να αποτελέσει, αφού αξιολογηθεί , το κύκνειο άσμα μιας ιστορικής αδικίας προς έναν αθώο Σουλιώτη αγωνιστή , ο οποίος παραδόθηκε για τόσα χρόνια στην κοινή περιφρόνηση από το πείσμα του Περραιβού και, όπως παρατηρεί ο Βασίλης Παυλίδης, από την ελαφρότητα των νεωτέρων ιστορικών μας..
Έτσι πιστεύω ότι θα πρέπει ν΄ αναθεωρήσουμε ορισμένα σκοτεινά σημεία της ιστορίας μας, η οποία κάνει, πολλές φορές, λάθη τραγικά και να μη καταδικάζουμε αβασάνιστα ανθρώπους ως προδότες υψηλών ιδανικών .
Με το ψέμα της δήθεν προδοσίας του Πήλιου Γούση στο Σούλι γαλουχήθηκαν πολλές γενιές Ελλήνων, γράφτηκαν ποιήματα και παίχθηκαν τραγωδίες, που βασίζονταν σε αστήριχτα παραμύθια. Από αυτά τα παραμύθια ,έχουμε χρέος, ν΄απαλλάξουμε τις ερχόμενες γενιές, στις οποίες θα πρέπει να δώσουμε πνευματική κληρονομιά , την ιστορική αλήθεια.
Ο Π. Τζιόβας γράφει: «Προτού αρχίσει η δεύτερη πολιορκία του θρυλικού Μεσολογγίου 65 γυναικόπαιδα, οδηγούμενα από τους Θεοδ. Λάμπρου, Λ. Βέικο, Γ. Δράκο και Πήλιο Γούση μπήκαν στην πόλη με τη φροντίδα του φιλικού Αθ. Κεφαλά, ο οποίος καταγόταν από την Πρέβεζα».
Ο Γούσης μετείχε μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλλα και 500 μαχητές στην προσπάθεια διάσωσης της νησίδας Ντολμάς, η οποία τελικά αλώθηκε από τους Τούρκους.
~ ΠΑΝΟΣ Δ. ΤΖΙΟΒΑΣ~
Η αποκατάσταση.
α) Το γεγονός ότι ο Χ. Περραιβός ήταν αφοσιωμένος στη «φάρα» των Τζαβελαίων και αντιπαλεύονταν τη φάρα των Μποτσαραίων (και Παλάσκας, Κουτσονίκας κ.ά.) στην οποία ήταν προσκείμενος ο Πήλιο Γούσης, άρα είχε κάθε λόγο να πέσει στη δυσμένεια του Χ. Περραιβού.
β) Στη Συνέλευση της Κέρκυρας (το 1814) ο Χ. Περραιβός, ζήτησε από τους Σουλιώτες να τον ορίσουν πληρεξούσιο σε επιτροπή που θα μετέβαινε στη Βιέννη, να ζητήσει τη στήριξη του αυτοκράτορα Αλέξανδρου που βρισκόταν εκεί τότε. Η διαφωνία τους αυτή (όπως αναφέρεται, ο Πήλιο Γούσης του είπε μεταξύ άλλων:
«…Περραιβέ, οι Σουλιώται, έχουν άνδρας να υπερασπισθούν τα δίκαιά των….». Πέραν των όσων αναφέρει ο κ. Τζιόβας στην έρευνά του, το γεγονός που και πολλοί άλλοι επικαλέσθηκαν και προκαλεί εύλογη απορία, είναι οι «άγραφοι» νόμοι τών Σουλιωτών.
Όπως και οι Σπαρτιάτες, έτσι και οι Σουλιώτες, σε θέματα προδοσίας ήταν αμείλικτοι. Πώς ήταν λοιπόν δυνατόν να άφηναν ατιμώρητο τον Πήλιο Γούση, να τον δέχονται στις τάξεις τους και σε κάποιες περιπτώσεις να τον ορίζουν κι εκπρόσωπό τους σε διάφορα θέματα. Αντίθετα, ήταν γενναίος συμπολεμιστής στους αγώνες τους, όπου και διακρίθηκε για την ανδρεία του και για την αγάπη του στην πατρίδα του, το Σούλι.
Ο Πήλιο Γούσης, σκοτώθηκε πολεμώντας ηρωικά, αν και τραυματισμένος, στην έξοδο του Μεσολογγίου τη νύχτα τής 11ης προς 12η Απριλίου 1826. Στο Μεσολόγγι είχαν καταφύγει ύστερα από πολλές περιπλανήσεις κι αγώνες αρκετοί Σουλιώτες. Πριν από το θάνατό του είχε βοηθήσει στην αντίσταση των Μεσολογγιτών, κατά την πολύμηνη πολιορκία τους από τους Τούρκους. Κάποτε η ιστορία θα πρέπει να στέκεται πάνω από προσωπικές διαφορές κι έριδες και να αποδίδει τα γεγονότα όπως έγιναν κι όχι όπως τα περιγράφουν «μαγειρεμένα» κάποιοι, ανάλογα με συμπάθειες κι αντιπάθειες. Η Ιστορία όμως έτσι κι αλλιώς «γράφεται» από τους αγώνες των ανθρώπων, αλλά επίσης κι από ανθρώπους γράφεται, για να φτάσει στις επόμενες γενιές!
Πάνου Δημ. Τζιόβα, «Ο Πήλιο-Γούσης-Ο μύθος της προδοσίας-Αποκατάσταση», Ιωάννινα 1999, σ. 96, (19-2-2013)
Βιβλιοπαρουσίαση της Παναγιώτας Π. Λάμπρη
Με πολύ ενδιαφέρον, σχεδόν απνευστί, μελέτησα το από καιρού εκδοθέν βιβλίο του Πάνου Δημ. Τζιόβα «Ο Πήλιο-Γούσης – Ο μύθος της προδοσίας – Αποκατάσταση» (Ιωάννινα 1992, σ. 96) και στ’ αλήθεια αισθάνομαι ευτυχής, που, έστω και μετά από τόσα χρόνια, είχα την ευκαιρία να εντρυφήσω στα τεκμήρια και τη συλλογιστική του συγγραφέα σχετικά με την άδικη, όπως αποδεικνύεται από την έρευνά του, αλλά πολύ διαδεδομένη άποψη πως ο Πήλιος Γούσης υπήρξε προδότης της γενέτειράς του, του ένδοξου Σουλίου.
Μάλιστα, μελετώντας μια μετά την άλλη τις σελίδες του βιβλίου, έτσι καθώς βρίσκεσαι μπροστά σε τεκμηριωμένες αποκαλύψεις για τη δράση ενός ήρωα, που από παιδί σε δίδαξαν πως υπήρξε προδότης, νιώθεις πως μεγάλη αδικία διεπράχθη εις βάρος του, αλλά νιώθεις επίσης χαρά που υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Π. Τζιόβα που μέσω επίπονης έρευνας «ἄγουν πρός τό φῶς τήν ἀλήθειαν» και κάνουν πράξη μια άλλη διατύπωση του Μενάνδρου που λέει πως «Ἀεί κράτιστόν ἐστι τἀληθῆ λέγειν ἐν παντί καιρῷ».
«Ἐν παντί καιρῷ»! Διότι, αν όπως είπε ο Ευριπίδης «Ὄλβιος ὅστις ἱστορίης ἔσχεν μάθησιν», όλβιος πρέπει να θεωρείται και όποιος παραδίδει στη μνήμη των συγχρόνων, αλλά και των μεταγενεστέρων, την αλήθεια για πρόσωπα και γεγονότα, κάτι που επισημαίνει κι ο συγγραφέας στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης του βιβλίου του: «[…] αυτή η έρευνα, η εμπλουτισμένη με νέα στοιχεία δεν έχει ως αντικειμενικό σκοπό, ν’ αποκαλύψει μόνο την αλήθεια, για να είναι κατ’ επέκταση κι αυτή αληθινή, αλλά θα πρέπει ακόμη να δώσει εκείνη τη δύναμη, η οποία θα μετατρέψει την αλήθεια σε γνώση»! (σ. 9)
Μ’ αυτή τη μελέτη του άλλωστε έχει ως στόχο να άρει «την ιστορική αδικία προς έναν αθώο Σουλιώτη αγωνιστή, ο οποίος παραδόθηκε για τόσα χρόνια στην κοινή περιφρόνηση από το πείσμα του Περραιβού και, όπως παρατηρεί ο Βασίλης Παυλίδης, από την ελαφρότητα των νεωτέρων ιστορικών»! (σ. 9)
Μετά από εμβριθή – κριτική μελέτη πολλών σχετικών πηγών, αλλά και επιτόπια έρευνα, ο Π. Τζιόβας παρουσιάζει το αποτέλεσμα του μόχθου του αρθρωμένο σε τρία κεφάλαια με τους ακόλουθους τίτλους: Πρώτο κεφάλαιο: «Σύγκριση τριών εκδόσεων του Περραιβού/ Η δήθεν προδοσία – Τα αίτια – Συμπεράσματα για την πτώση του Σουλίου». Δεύτερο κεφάλαιο: «Εκπατρισμός των Σουλιωτών/ Μάχες Ζαλόγγου και Σέλτσου». Τρίτο κεφάλαιο: «Από την Κέρκυρα στην Ήπειρο και Μεσολόγγι – Ένδοξος θάνατος – Δικαίωση».
Ο συγγραφέας, μέσω της παράθεσης πλήθους στοιχείων, επιβεβαιώνει τις απόψεις κάποιων προγενέστερων μελετητών, που είχαν την τόλμη να απαλλάξουν ως έναν βαθμό τον Πήλιο Γούση από το βάρος μιας προδοσίας που δεν έκανε και αποκαλύπτει την εμπαθή κατάταξή του στη χωρία των προδοτών της πατρίδας από τον Χριστόφορο Περραιβό, του οποίου οι απόψεις, παρά τις εμφανείς αντιφάσεις τους, επικράτησαν για πάρα πολλά χρόνια σε μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας, στα σχολικά βιβλία, και φυσικά, στο μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης.
Σ’ αυτή την προσπάθεια απόδειξης της αθωότητας του «προδότη», ο συγγραφέας τον παρακολουθεί μέσα από τη ζωή των συμπατριωτών του στους ποικίλους αγώνες πάνω στα Σουλιώτικα βουνά, στον εκπατρισμό τους, στις μάχες του Ζαλόγγου και του Σέλτσου και στη συμμετοχή τους στην πολιορκία και την έξοδο του Μεσολογγίου, όπου ο άδολος αγωνιστής της ελευθερίας Πήλιος Γούσης έφυγε από τη ζωή μαχόμενος στις επάλξεις του έθνους.
Αν και σε μια παρουσίαση του βιβλίου είναι αδύνατο να συμπεριληφθούν όλα τα στοιχεία που συνηγορούν στην αθωότητα του Πήλιου Γούση, θα παραθέσουμε κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα που θέλουμε να πιστεύουμε πως δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας.
Γράφει, λοιπόν, μεταξύ άλλων, ο συγγραφέας στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου: «[…] ο ιστορικός συγγραφέας Κουγιτέας δίνει μια νέα άποψη, υποστηρίζοντας ότι το σπίτι στο οποίο οχυρώθηκαν οι 200 Αλβανίτες «…κατά κακήν σύμπτωσιν ανήκεν εις τον Πήλιον Γούσην, όστις κατά την ημέραν εκείνην εμάχετο απεγνωσμένως εις Κιάφαν. Το περιστατικόν τούτο και μόνο ήρκεσεν εις σύγχρονον ιστορικόν των αγώνων του Σουλίου, εξυπηρετούντα μάλλον προσωπικόν πάθος ή την αλήθειαν, να προσάψει εις τον Σουλιώτην τούτον αρχηγόν το στίγμα της προδοσίας».
Η άποψη αυτή του Κουγιτέα είναι η σωστή, γιατί συμφωνεί με τα ιστορικά γεγονότα, τα οποία πιστοποιούν ότι το Σούλι έπεσε πρώτα στα χέρια των Τούρκων και μετά τα υπόλοιπα χωριά.
Τρεις περίπου μήνες πριν από την «προδοσία» του Γούση, δηλαδή στις 24 Απρίλη 1803, οι Σουλιώτες αρχηγοί απεύθυναν επιστολή στον υψηλότατο πρίγκηπα των Κορφών Θεοτόκη, στην οποία έγραφαν ότι ο άσπονδος εχθρός του γένους ζητάει να τους χαλάσει την πατρίδα τους, και κατέληγαν:
«Και εμίς αποφασίσαμαιν να απαιθάνουμεν όλλοι μικρί και μοιγάλοι και όχοι να παραδοθούμαιν εις τα χαίρια του. Τόρα άρχεισαι να μαζόνει ασκέρη και να κάνει και μουσαβαιρέδες μαι όλην την Τουρκιάν δια να έλθει απάνου μας, δια τούτο και εμίς προσπεύτομαιν και παρακαλούμαιν την υψηλότητά σας και σεναρότους δια να μας ευρεθύται ος ομόπυστει χριστιανοί ότι έχουμαιν μαιγάλην χρίαν δια κάμποσες μπάλες από λίτραις τρις και τριούμισει, όσα σας φανούν εύλογον δια να υμποραίσομεν να αντισταθούμεν ότι ύμαισταν πολλά χριαζούμαινει από αυτή και αυτή μυστικό το τρόπο δια να λάβουμαιν».
Η επιστολή αυτή, απαρατήρητη από την επίσημη βιβλιογραφία, τουλάχιστο απ’ αυτούς τους οποίους έχουμε αναφέρει, υπογράφεται και από τον «προδότη» Πήλιο Γούση, με το πραγματικό του όνομα Πήλιος Πούσμπος, και είναι απορίας άξιο πως, ύστερα από τρεις μήνες, αυτός ο ίδιος προδίνει την πατρίδα του στον άσπονδο, όπως τον αποκαλεί εχθρό του.
[…] Στη συνέλευση της Κέρκυρας, ο Πήλιο Γούσης εναντιώθηκε στην πολιτική του Περραιβού, κρατώντας περήφανη στάση (βλ. σ. 30) και αυτή ακριβώς τη στάση του την πλήρωσε ακριβά, με μια χαλκευμένη, όπως αποδείχθηκε, προδοσία. Μια προδοσία η οποία δεν έγινε ποτέ» (σ. 28-32).
Στο δεύτερο κεφάλαιο ο Πήλιος Γούσης είναι μαζί με τους εκπατρισμένους Σουλιώτες· μετέχει στη μάχη του Ζαλόγγου, αιχμαλωτίζεται και οδηγείται στα Γιάννινα (σ. 46)· μετέχει στη μάχη του Σέλτσου, όπου «Από τον άνισο αγώνα σώθηκαν ο Κίτσος Μπότσαρης με άλλους 80 άνδρες, μεταξύ των οποίων ήταν ο Λάμπρος και ο Πήλιος Γούσης και δύο γυναίκες με δύο παιδιά» (σ. 61).
Ο βίος και η πολιτεία του Πήλιου Γούση τα επόμενα χρόνια μέχρι το θάνατό του, παρουσιάζεται από το συγγραφέα στο τρίτο κεφάλαιο στην αρχή του οποίου συναντούμε τον Γούση στην Κέρκυρα, όπου έχει καταφύγει μεγάλο μέρος Σουλιωτών, γεγονός που πιστοποιείται κι από τους καταλόγους των αδελφών της Παναγίας των Ξένων (σ. 63).
Όταν ο Αλή πασάς κηρύχθηκε από την Πύλη αναγνωρισμένος εχθρός του κράτους (σ. 64), ασχέτως του αποτελέσματος, οι Σουλιώτες εκμεταλλεύτηκαν τη συγκυρία για να πάρουν πίσω την πατρίδα τους. Μπροστάρης μαζί μ’ άλλους σ’ αυτή την προσπάθεια κι ο Πήλιος Γούσης· «[…] η συνέλευση των Σουλιωτών της Κέρκυρας επέλεξε μεταξύ των άλλων αντιπροσώπων της και τον δήθεν προδότη Πήλιο Γούση και τον εξουσιοδότησε να ζητήσει από τον υποναύαρχο του σουλτανικού στόλου την πατρίδα του, που πριν λίγα χρόνια την είχε προδώσει.»! (σ. 65)
Η προσπάθεια δεν ευοδώθηκε (σ. 64-69) κι οι Σουλιώτες εκπατρίστηκαν για άλλη μια φορά· ο Πήλιος Γούσης, εκπατρισμένος κι αυτός, κατευθύνθηκε στο Μεσολόγγι, όπου έζησε μαζί μ’ άλλους Σουλιώτες, και φυσικά, με τους Μεσολογγίτες, τη δεύτερη πολιορκία της πόλης, και βρήκε ένδοξο θάνατο κατά την ηρωική Έξοδο.
Ο Π. Τζιόβας γράφει: «Προτού αρχίσει η δεύτερη πολιορκία του θρυλικού Μεσολογγίου 65 γυναικόπαιδα, οδηγούμενα από τους Θεοδ. Λάμπρου, Λ. Βέικο, Γ. Δράκο και Πήλιο Γούση μπήκαν στην πόλη με τη φροντίδα του φιλικού Αθ. Κεφαλά, ο οποίος καταγόταν από την Πρέβεζα» (σ. 69).
Ο Γούσης μετείχε μαζί με τον Κίτσο Τζαβέλλα και 500 μαχητές στην προσπάθεια διάσωσης της νησίδας Ντολμάς, η οποία τελικά αλώθηκε από τους Τούρκους.
«Στις 3 του Μάρτη του 1826 μπροστά στο φάσμα της πείνας και μετά από την άλωση του Αιτωλικού συνήλθαν οι καπεταναίοι στο καλύβι του Ν. Ζέρβα και ο Πήλιος Γούσης, φαμελίτης ο ίδιος, επειδή νόμισε ότι οι μη οικογενειάρχες ήθελαν να φύγουν τους φοβέρισε με τα παρακάτω λόγια, όπως μας τα περιέσωσε ο επιστήθις φίλος του Νίκος Κασομούλης.
«Πουθενά δεν πηγαίνομεν! Βουνόν (εις ύψος) να το κάμη απ’ έξω, εδώ θα πεθάνωμεν, και όποιου (του) βαστά ο κώλος ας κάμη αρχήν και βλέπει. Ανατολικόν εδώ δεν το κάμνομεν».
[…] Μέσα στο γενικό χαλασμό της εξόδου του Μεσολογγίου, χάθηκε ένδοξα και ο Πήλιο Γούσης, πολεμώντας κατά των εχθρών» (σ. 69-70).
[…] Γενικά η πολιτεία του Πήλιου Γούση, […] με κανέναν τρόπο δεν δικαιολογεί το στίγμα που του έδωσε ο Χριστόφορος Περραιβός […] γιατί δεν είναι ποτέ δυνατό ένας προδότης να εκλέγεται από το κοινό των Σουλιωτών της Κέρκυρας να ζητήσει την πατρίδα του την οποία πριν μερικά χρόνια είχε προδώσει» (σ. 71).
Και καταλήγει ο συγγραφέας: «Οι νόμοι του Σουλίου σε θέματα προδοσίας της πατρίδας ήταν ιδιαίτερα αυστηροί και αυτό και μόνο το γεγονός έρχεται ν’ αποδείξει ότι αντί, ο δήθεν προδότης Πήλιος Γούσης, να είχε λυντσαριστεί και θανατωθεί με βάση τον γνωστό νόμο της βεντέτας που τότε είχε ισχύ στο Σούλι, ακολουθεί τους συμπολίτες του στις μάχες της Ηπείρου και του Μεσολογγίου και έχει συμμετοχή στις κοινές αποφάσεις.
Έτσι, η παρούσα εργασία, στηριζόμενη στην ελληνική και ξένη βιβλιογραφία καθώς και σε επιτόπια εξέταση του αντικειμένου της, πιστεύω ότι απέδειξε περίτρανα το μύθο της προδοσίας του Πήλιου Γούση και απεκατέστησε έναν φαμελίτη γνήσιο Σουλιώτη αγωνιστή, στη συνείδηση όλων των Ελλήνων». (σ. 72)
Κλείνοντας αυτή την αναφορά στο βιβλίο του Π. Τζιόβα «Ο Πήλιο-Γούσης – Ο μύθος της προδοσίας – Αποκατάσταση», έχω την αίσθηση πως ο συγγραφέας κάνοντας πράξη το απόφθεγμα του Πυθαγόρα «Σιγᾶν τήν άλήθειαν, χρυσόν ἐστι θάπτειν», τέλεσε ένα ουσιαστικό και οφειλόμενο μνημόσυνο στον Σουλιώτη αγωνιστή Πήλιο Γούση, γίνεται το παράδειγμα για τη μελέτη, την ανάδειξη και την τεκμηριωμένη παρουσίαση κι άλλων προσώπων ή γεγονότων που πέρασαν στις σελίδες της ιστορίας, όχι κατά το δέον, αλλά όπως συνέφερε κάποιους, και συνεχίζει επάξια τη ρήση του Διονυσίου Σολωμού «Τό ἔθνος πρέπει νά μάθει νά θεωρεῖ ἐθνικόν ὅ,τι εἶναι Ἀληθές», η οποία είναι πολλαπλά επίκαιρη στην εποχή μας.
Ιστορικά θεωρείται πλέον πλήρως αποκατεστημένος ο Σουλιώτης Πήλιος Γούσης
Πάνου Δ. Τζιόβα, «Ο Πήλιο-Γούσης-Ο μύθος της προδοσίας-Αποκατάσταση», Ιωάννινα 1999, σ. 96, (19-2-2013) http://users.sch.gr/panlampri/index.files/Page8088.htm
http://el.wikipedia.org/wiki/Ιγνάτιος_Ουγγροβλαχίας
ΠΗΓΗ: https://penbloc.blogspot.com/2019/02/1914-1983.html?fbclid=IwAR1QKASLg4z_2Yq4OpqiNAIqEaNM9x7KB51r9myeTQ3iv9cEZ1ab_gTbn_8
Καλημέρα κα Έφη και σ΄ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
Εξ αρχής θα ήθελα να σου ξεκαθαρίσω, ότι πιστεύω μου είναι ότι έχω μάθει από γενιά σε γενιά και από απομνημονεύματα πρωταγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης.
Πιστεύω μου είναι, ότι εμείς οι Αρβανίτες, καταγόμαστε από το Ελληνικότατο Άρβανον της Βορείου Ηπείρου και όχι από το Αλβανικό χωριό Arber.
Πιστεύω μου είναι, ότι οι Αρβανίτες (και stradioti) της Βορείου Ηπείρου, ήσαν αυτόχθονες Έλληνες και πάντα μητρική γλώσσα ήσαν τα Ελληνικά. (Υπάρχουν μελέτες γλωσσολόγων που είχαν προσληφθεί από τους Αλβανούς).
Πιστεύω μου είναι, ότι οι Έλληνες Αρβανίτες stradioti, έλεγχαν την αρχαία Εγνατία οδό και τους κόμβους της, για λογαριασμό των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, με επιτυχία έως το 1480 περίπου.
Πιστεύω μου είναι, ότι οι Οθωμανοί, αφού κατέλαβαν Μακεδονία και Ήπειρο, προσεταιρίσθηκαν τους Αλβανούς, τους εκπαίδευσαν και τους εξόπλισαν για να αντικαταστήσουν τις φρουρές Ελλήνων Αρβανιτών stradioti των Βυζαντινών. Τουλάχιστον από τότε (1480 περίπου) οι Αλβανοί ήσαν σε διαρκή πόλεμο με τους Έλληνες Αρβανίτες και λόγω εθνοτικής διαφορετικότητας ήθελαν να τους εκδιώξουν από τα πατρογονικά τους εδάφη της Βορείου Ηπείρου.Πιστεύω μου είναι, ότι εκδιωκόμενοι από τους Αλβανούς, οι Έλληνες Αρβανίτες μετανάστευαν προς νότο κυρίως και ένα πολύ μεγάλο μέρος τους, εγκαταστάθηκε σταδιακά από το 1600 περίπου, στη περιοχή Σουλίου.
Πιστεύω μου είναι, ότι οι Αλβανοί, με τη βοήθεια των Οθωμανών Τούρκων, έκαναν τα πάντα για να Αλβανοποιήσουν τη περιοχή της Ηπείρου, με εκτεταμένη εθνοκάθαρση.
Πιστεύω μου είναι, ότι οι Έλληνες Αρβανίτες, μετέφεραν στο Σούλι και όπου αλλού μετεγκαταστάθηκαν, εκτός από τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΘΙΜΑ τους και την Διοικητική Δομή που είχαν στη περιοχή Άρβανου (φάρες και συμπολιτεία), και η οποία δεν έχει καμία απολύτως σχέση, με την Αλβανοτουρκική φεουδαρχική διοικητική δομή και εξουσία.
Πιστεύω μου είναι, ότι εκτός από το ξερίζωμα Ελληνικών πληθυσμών, η καταστροφή της Ελληνικής γλώσσας ως ντοπιολαλιάς σε ολόκληρη την Ήπειρο και Αλβανία, ήταν ένα μέσω που χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τις Τουρκοαλβανικές δυνάμεις κατοχής.
Πιστεύω μου είναι, ότι η ανάγκη επικοινωνίας των σκλαβωμένων με τις μετά το 1480 τουρκοαλβανικές αρχές κατοχής, σε συνδυασμό με τη πίεση Αλβανισμού ή Εκτουρκισμού των κατοίκων των κατεχόμενων περιοχών ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΕ σταδιακά το ιδίωμα, το οποίο κακώς ονομάσθηκε «Αρβανίτικη γλώσσα«.
ΘΕΩΡΗΣΑ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΤΗ ΜΑΚΡΟΣΚΕΛΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ, ΔΙΟΤΙ ΣΥΧΝΑ ΕΧΩ ΓΙΝΕΙ ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΠΟΙΟΩΝ «ΚΥΚΛΩΝ» ΕΠΕΙΔΗ ΟΣΑ ΕΧΩ ΓΡΑΨΕΙ ΒΑΣΕΙ ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΩΝ ΔΕΝ ΑΡΕΣΟΥΝ ΣΕ ΠΡΑΠΑΓΑΝΔΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΙΣΜΟΥ.
ΛΟΙΠΟΝ, Βεβαίως έχω ψάξει πολύ το θέμα του εξ εκβιαστικής ανάγκης κατασκευάσματος του ιδιώματος των «Αρβανίτικων» και σας διαβεβαιώ, ότι το πρώτο καταγεγραμμένο λεξικό «ΑΡΒΑΝΙΤΙΚΗΣ» είναι αυτό του μεγάλου Έλληνα Αρβανίτη πολεμιστή, Μάρκου Μπότσαρη, το οποίο έγραψε-εκδόθηκε το 1809, σε ηλικία 19 χρονών, στη Κέρκυρα που ήταν εξορισμένος από τους Αλβανούς, κατόπιν προτροπής του Γάλλου περιηγητή Μπουκεβίλ!!! Πριν από αυτή την έκδοση «Ce lexique est ecrit de la main de Marc Botzari a Corfou 1809 devant moi. Pouqueville» δεν προϋπάρχει κανένα, μα κανένα, λεξικό «Αρβανίτικης γλώσσας».
Η πρωτότυπη μελέτη του Μπουκεβίλ, υπάρχει στην Ακαδημία Παρισίων, από την οποία τη ξεσήκωσε ο καθηγητής Γιοχάλας και υπάρχει δική του εργασία και στην Ακαδημία Αθηνών.
Πολύ αργότερα, προέκυψαν κάποιες εκδοχές, οι οποίες θέλουν να εντάξουν τα «Αρβανίτικα» απόλυτα στην προπαγάνδα του Αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού, με παράλληλο ξεριζωμό-αφανισμού, του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου και της Ηπείρου γενικότερα!!!
Κάθε καλοπροαίρετος, αν συγκρίνει το αυθεντικό λεξικό του Μάρκου Μπότσαρη, με μεταγενέστερα εργαλεία της Αλβανικής προπαγάνδας, εύκολα μπορεί να διαπιστώσει, ότι τους λόγους, για τους οποίους οι Αλβανοί ρίχνουν στο πυρ το εξώτερον του λεξικό του μεγάλου Έλληνα Αρβανίτη Επαναστάτη Μάρκου Μπότσαρη….! Καμία σχέση, ή όσο σχέση μπορεί να έχει το σώβρακο με τη γραβάτα.
ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΩ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΟΥ, Με την αποστροφή του πατέρα μου, Αθανάσιου Ι. Αρβανίτη, γεννηθέντα το 1910 (αρκετά κοντά με τα τεκτενόμενα), που μ΄ έμαθε να απορρίπτω ως γλώσσα τα «Αρβανίτικα» και μου έδειξε με πολλούς τρόπους, ότι τεχνηέντος εξελίσσονταν σε Αλβανικά!!!Κάθε καλοπροαίρετος, αν θέλει όντως την ιστορική αλήθεια, να μάθει να διαβάζει κείμενα Ελλήνων Αρβανιτών Αγωνιστών και να τα συγκρίνει γλωσσικά, με το τι αποκαλούν σήμερα «Αρβανίτικα» οι εραστές του μύθου της «Αρβανίτικης γλώσσας».
Μακάρι να σας φώτισα κα Έφη.
ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ Α. ΝΙΚΟΛΑΟΣ



ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ: Το λεξικό του Μάρκου Μπότσαρη, περιελάμβανε τόσο μετάφραση Ελληνικών λέξεων στα Αρβανίτικα, όσο και αντίστροφα, μετάφραση Αρβανίτικων στα Ελληνικά.
ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ Α. ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Να ρωτήσουν την «Αλβανίδα πράκτορα» να πει, κατά που πέφτουν τα Άρβανα, από τα οποία ξεθεμελίωσαν περί τα 20 χωριά των περίφημων «Αρχόντων των βουνών» και εκτόπισαν τον Ελληνικο-Αρβανίτικο (εξ Αρβάνου) πληθυσμό, και γιατί ανακάλυψαν μετά το 1918 το άσχετο με Αρβανίτες ψαροχώρι Αρμπέρ, που δεν ανήκε στα Άρβανα….
Να ρωτήσουν την Αλβανίδα πράκτορα να πει, κατά που πέφτει η Σουλιώτικη Ομοσπονδία, την οποία και αυτήν ξεθεμελίωσαν οι Αλβανοί, και εκτόπισαν ομοίως τον ΕΛΛΗΝΙΚΟ-ΑΡΒΑΝΙΤΙΚΟ πληθυσμό!!!!!!
Να τη ρωτήσουν να πει, για ποιο λόγο οι ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ, είχαν 550 (όχι 400), 550 χρόνια πολέμους με τους τουρκαλβανούς!!!!!
Να τη ρωτήσουν τι ήσαν και τι απέγιναν οι πολέμαρχοι stradioti!!!!!
Να τη ρωτήσουν τη σκύλα να πει, που εγκαταστάθηκαν οι εκατοντάδες χιλιάδες ΕΛΛΗΝΕΣ που εκτόπισαν με τη βοήθεια των Τούρκων, από την όλη Ήπειρο!!!!!!….
Να ρωτήσουν τέλος την Αλβανίδα πράκτορα, για το ποια γλώσσα μιλιόταν (και ακόμα μιλιέται) αποκλειστικά στην όλη Ήπειρο και όλη την Αλβανία, σύμφωνα με τις μελέτες των διεθνολόγων-αλβανολόγων Κονσταντίν Jireček το 1911 και Milan Šufflay 1928, που οι ίδιοι οι Αλβανοί προσέλαβαν μετά το 1910!!! Σαν «ιστορικός» δεν γνωρίζει τις γραμμές Κονσταντίν Jireček και Milan Šufflay, του «Αλβανικού Κώδικα» και τη σχετικότητά τους με το Ελληνόγλωσσο (και όχι Αλβανόγλωσσο) της Αλβανίας και των Βαλκανίων, από το 1400 έως το 1900?
Να ρωτήσουν τέλος την Αλβανίδα πράκτορα, προπαγανδίστρια και όχι ιστορικό, για ποιον λόγο έχει και χρησιμοποιεί το Ελληνικό ονοματεπώνυμο «ΕΛΕΝΑ ΚΟΤΣΑΚΙ», πότε και πως το απέκτησε και κυρίως, γιατί εξακολουθεί και το χρησιμοποιεί.-
ΔΕΙΤΕ και το σχετικό τηλεοπτικό βίντεο: https://youtu.be/xe2Q0dVkh5k
Άρθρο του Μιχάλη Στούκα, της
Οι Αρβανιτόβλαχοι, είναι ένας ιδιαίτερος κλάδος των Βλάχων. Η διαφοροποίησή τους από τους υπόλοιπους Βλάχους οφείλεται σε ορισμένα πολιτισμικά χαρακτηριστικά.
Η ετυμολογία του ονόματός τους
Το πιθανότερο είναι ότι ονομάστηκαν Αρβανιτόβλαχοι, για να διαχωρίζονται από τους υπόλοιπους Βλάχους. Ο Κ. Κρυστάλλης σημειώνει ότι το όνομα Αρβανιτόβλαχοι, τους δόθηκε από τους ελληνόφωνους Ηπειρώτες, λόγω των στενών σχέσεών τους με αλβανόφωνους πληθυσμούς. Οι σχέσεις αυτές φαίνεται ότι δημιουργήθηκαν καθώς η πλειοψηφία των προγόνων των Αρβανιτόβλαχων είχε κατά το παρελθόν βρεθεί να κατοικεί σε νομαδοκτηνοτροφικές κυρίως εγκαταστάσεις αλλά και σε σταθερούς οικισμούς οι οποίοι βρίσκονταν ανάμεσα σε πολυπληθέστερους αλβανόφωνους πληθυσμούς.
Οι Αρβανιτόβλαχοι, είναι επίσης γνωστοί και ως Καραγκούνοι, Καραγκούνηδες ή Γκαραγκούνοι και Φρασαριώτες ή Φαρσαριώτες.
Το όνομα Καραγκούηδες ή (Γ) Καραγκούνοι, τους δόθηκε με κάποια σκωπτική διάθεση και, όπως γράφει ο Κ. Κρυστάλλης πιθανότατα μετά την οθωμανική κατάκτηση.
Ωστόσο, οι Αρβανιτόβλαχοι δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τους, γνωστούς κι από σχετικό άρθρο μας, Καραγκούνηδες της Θεσσαλίας.
Το όνομα Φρασαριώτες ή Φαρσαριώτες, οι περισσότεροι μελετητές το σχετίζουν με το χωριό Φράσι(α)ρη (Frasher), που βρίσκεται στην περιοχή του Νταγκλί στη Βόρειο Ήπειρο. Το χωριό αυτό σήμερα, υπάγεται στην επαρχία Πρεμετής και βρίσκεται 36 χλμ. βόρεια της πόλης της Πρεμετής.
Το όνομα αυτό, οφείλεται στο ότι οι Αρβανιτόβλαχοι ή ένα μεγάλο μέρος τους, πιστεύεται ότι κατάγονται από τη Φράσαρη και τη γύρω περιοχή του Νταγκλί. Αρκετοί Αρβανιτόβλαχοι, δίχως ιδιαίτερο προβληματισμό, δέχονται τον τοπωνυμικό αυτό προσδιορισμό.
Ωστόσο ο αυτοπροσδιοριστικός όρος στην ίδια τους τη γλώσσα είναι Ρμένοι ή Ρεμένοι, με χαρακτηριστική πολλές φορές προφορά του αρχικού «ρ». Το όνομα αυτό, ταυτίζεται με το Αρμούνοι – Αρωμούνοι, που χρησιμοποιεί το μεγαλύτερο μέρος των υπόλοιπων Βλάχων για να αυτοπροσδιορισθούν.
Πάντως, υπάρχουν και Αρβανιτόβλαχοι οι οποίοι δεν αποδέχονται τον προσδιορισμό «Φρασαριώτες», καθώς υιοθετούν για τις ομάδες τους άλλα ονόματα, τοπωνυμικής πολλές φορές προέλευσης. Αυτοί οι Αρβανιτόβλαχοι, ζουν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αλβανία και τα ονόματά τους είναι: Κεστρινιώτες (από το χωριό Κοστρέτσι), Ζαρκανιώτες (από το χωριό Ζάρκανη), Κουρτιτσάνοι (από το χωριό Κουρτέσι), Γκουμπλιάροι (από το χωριό Κομπλιάρα), Πλεασιώτες (από το χωριό Πλεάσα), Πολονάκοι, Κολωνιάτες (από την περιοχή Κολώνιας της Αλβανίας), Μουζακιαραίοι (από την περιοχή Μουζακιάς), Τσαμουρένοι (από την περιοχή Τσαμουριάς – Θεσπρωτίας) και Μιτσιντόνοι (από το χωριό Κεφαλόβρυσο – Μετζιτιέ του Πωγωνίου).
Σε κάποιους από τους Αρβανιτόβλαχους δίνεται το όνομα Ντότανοι, με σκωπτική σημασία, λόγω της συχνής χρήσης της λέξης «ντοτ», που σημαίνει «δεν, δίχως, όχι». Ακόμα και στην Αλβανία οι Βλάχοι διατηρούν τα διάφορα ονόματά τους και οι αλβανόφωνοι συντοπίτες τους, τους ονομάζουν Wlah – Βλάχοι, Coban – Τσομπάνοι ή Gog – Γκόγκοι, ακόμα και Λατσιφάτσοι, παραφράζοντας περιπαικτικά τη βλάχικη φράση «τσι φατς – τι κάνεις».
Οι βυζαντινοί χρόνοι
Οι απαντήσεις στα ερωτήματα ποιοι είναι οι Αρβανιτόβλαχοι και γιατί θεωρούνται ξεχωριστή ομάδα των Βλάχων, είναι μάλλον αδύνατο να δοθούν.
Μία από τις πρώτες αναφορές για την επιβίωση λατινόφωνων πληθυσμών κατά μήκος των ακτών της Αδριατικής, αλλά και την ενδοχώρα από το Δυρράχιο ως το Ντουμπρόβνικ, γίνεται από τον Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητο και αφορά το χρονικό διάστημα γύρω στο 980-990. Ο N. Hammond, τοποθετεί χρονικά τις πρώτες επαφές των Βλάχων με τους Αλβανούς, πολύ πριν τις μαζικές μετακινήσεις των αρβανίτικων και αλβανικών πληθυσμών προς τη νότια Ελλάδα, κατά τον 13ο και 14ο αιώνα. Είναι πολύ πιθανό, κάποιοι λατινόφωνοι – βλαχόφωνοι πληθυσμοί να κατοικούσαν σε περιοχές της σημερινής κεντρικής Αλβανίας, ανάμεσα στην Αυλώνα και το Μπεράτι. Κατά τη διάρκεια των μετακινήσεών τους, σχηματίστηκαν οι βλάχικες εγκαταστάσεις των περιοχών του Νταγκλί, της Κολώνιας, της πεδιάδας της Μουζακιάς και των βλάχικων χωριών γύρω από τη Μοσχόπολη (Νίτσα, Λάγγα, Γκράμποβα, Σίπισκα κ.ά.)
Και από άλλες βυζαντινές πηγές επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι υπήρχαν βλάχικοι πληθυσμοί στη Βόρεια Ήπειρο τουλάχιστον από τον 11ο αιώνα. Από τα έργα του αρχιεπισκόπου Αχρίδας Δημητρίου Χωματιανού, πληροφορούμαστε ότι περίπου στα μέσα του 13ου αιώνα, κάποια ομάδα Βλάχων κατοικούσε στο χωριό Χοτεάχοβο της επισκοπής Βοθρωτού. Πρόκειται προφανώς για το σημερινό χωριό Χοτοχόβα (Hotove) της Πρεμετής στην περιοχή του Νταγκλί, όπου ακόμα και σήμερα ζουν Αρβανιτόβλαχοι. Από αυτές τις βλάχικες οικογένειες της Χοτοχόβας, καταγόταν και ο μεγάλος εθνικός ευεργέτης Απόστολος Αρσάκης.
Άλλες πληροφορίες, παίρνουμε από ένα χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου το 1321, σύμφωνα με το οποίο ανάμεσα στους αγρότες που δούλευαν στα κτήματα της Μητρόπολης Ιωαννίνων, υπήρχαν και πέντε ομάδες βλάχικων οικογενειών. Τα κτήματα αυτά πρέπει να βρίσκονταν κυρίως στα σημερινά Κατσανοχώρια, νότια των Ιωαννίνων. Ο Αραβαντινός που πρωτοδημοσίευσε το χρυσόβουλο, αναφέρει ότι Βλάχοι δουλοπάροικοι υπήρχαν στις περιοχές κοντά στα Γιάννενα, πριν από το 1080. Ανάμεσα στα χωριά που αναφέρονται στο χρυσόβουλο είναι και η Σούχα (σημ. Suhe) της περιοχής του Αργυρόκαστρου, όπου ζουν και σήμερα Βλάχοι, οι οποίοι χαρακτηρίζονται Αρβανιτόβλαχοι.
Ο Αραβαντινός, θεωρεί ότι τον 10ο αιώνα οι πρόγονοι των Αρβανιτόβλαχων αποκόπηκαν από τον κύριο κορμό των Βλάχων και εγκαταστάθηκαν στις γειτονικές με την Ήπειρο περιοχές της Μακεδονίας, δηλαδή με τις περιοχές δυτικά και νότια των Πρεσπών και της Αχρίδας. Στη συνέχεια πιέστηκαν από τους Αλβανούς να εγκατασταθούν στην περιοχή του Νταγκλί ανάμεσα σε αλβανόφωνους. Έτσι, μετά τη συμβίωσή τους με τους αλβανόφωνους πληθυσμούς, έγιναν δίγλωσσοι: βλαχόφωνοι και αλβανόφωνοι. Η διγλωσσία τους αυτή, έγινε αιτία να ονομαστούν Αρβανιτόβλαχοι.
Στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας (ως το 1821)
Όταν οι Οθωμανοί έκαναν την εμφάνισή τους στην Ήπειρο, οι πρόγονοι των Αρβανιτόβλαχων φαίνεται ότι κατοικούσαν στις περιοχές του Νταγκλί (Dangelli) και της Κολώνιας (Kolonje) με επίκεντρο το βουνό Ραντομίτ.
Τον 16ο αιώνα, σύμφωνα με τον Αραβαντινό, οι σπαχήδες στα χέρια, των οποίων είχαν περάσει ως τιμάρια πολλά χωριά του Νταγκλί, διατάχθηκαν να εγκατασταθούν μόνιμα σε αυτά. Έτσι οι καταπιέσεις των χριστιανικών πληθυσμών που κατοικούσαν εκεί, έγιναν αιτία να αποχωρήσουν από την περιοχή του Νταγκλί. Πολλοί από αυτούς ήταν Βλάχοι. Στη θέση τους εγκαταστάθηκαν αλβανικοί πληθυσμοί, που ήταν ή έγιναν μωαμεθανοί. Είναι γνωστό επίσης ότι την ίδια περίπου εποχή ένας σημαντικός αριθμός αλβανόφωνων χριστιανικών πληθυσμών από τις περιοχές του Βορείου Ηπείρου, έφυγε και κατευθύνθηκε προς τα ανατολικά, όπου δημιούργησε τους αρβανίτικους οικισμούς και τις εγκαταστάσεις της Ανατολικής Θράκης, των νησιών της θάλασσας του Μαρμαρά και της ΒΔ Μικράς Ασίας (Βιθυνίας) που υπήρχαν ως την ανταλλαγή των πληθυσμών (1922-24).
Βέβαια, Αρβανιτόβλαχοι υπήρχαν και σε άλλες περιοχές.
Όπως αναφέρει ο Ι. Λαμπρίδης, από τον ποταμό Καλαμά μέχρι τα παράλια του Ιονίου, οι Αρβανιτόβλαχοι είχαν χειμαδιά για τα κοπάδια τους.
Κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα, φαίνεται ότι είχαν παγιωθεί οι συνθήκες που γέννησαν τον κλάδο των Αρβανιτόβλαχων. Στα τέλη του 18ου – αρχές 19ου αιώνα, ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων, χρησιμοποίησε τους Αρβανιτόβλαχους για να εξυπηρετήσει την εποικιστική πολιτική του.
Έτσι, θέλησε να δημιουργήσει μια πόλη, στο χωριό Βαργιάδες, νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων, μεταφέροντας 10 οικογένειες από τη Χιμάρα και 100 οικογένειες νομάδων κτηνοτρόφων, πιθανότατα Αρβανιτόβλαχων.
Ωστόσο, οι νομάδες αυτοί πέθαναν λίγο αργότερα από επιδημία ευλογιάς. Την ίδια περίοδο, ο Αλή δημιούργησε έναν άλλο οικισμό νομάδων, οι οποίοι ήταν σίγουρα Αρβανιτόβλαχοι. Ο οικισμός αυτός ονομαζόταν Μπιτσικόπουλο και βρισκόταν στις νότιες πλαγιές του όρους Νεμέρτσικα (ή Δούσκο), πολύ κοντά στα σημερινά ελληνοαλβανικά σύνορα. Το Μπιτσικόπουλο το οποίο στα χρόνια της ακμής του είχε 650 οικογένειες, εγκαταλείφθηκε ύστερα από ληστρικές
επιθέσεις γύρω στο 1840.
Επίσης, ο Αλή Πασάς, μετέφερε πολλούς Αρβανιτόβλαχους, στις περιοχές της Κονίσπολης και των Αγίων Σαράντα.
Οι νομάδες αυτοί, σύμφωνα με τον Pouqueville, κατοικούσαν ως τότε στη Θεσσαλία, στα παράλια του Παγασητικού Κόλπου. Επίσης, δημιουργήθηκε το χωριό Βορτόπι, νότια του Μπερατίου. Στο Βορτόπι (Vortop), ζουν έως σήμερα Αρβανιτόβλαχοι. Εκεί, οι Αρβανιτόβλαχοι συνάντησαν τους Μουζακιαραίους, που προέρχονταν από τις πεδινές εκτάσεις της Μουζακιάς στην κεντρική Αλβανία. Αυτοί μιλούσαν κυρίως βλάχικα και αλβανικά.
Οι Αρβανιτόβλαχοι στην Ήπειρο και την Αλβανία μετά το 1821

Παρά τις διώξεις και τις μετακινήσεις τους, οι περισσότεροι Αρβανιτόβλαχοι παρέμειναν στην Ήπειρο και την Αλβανία.
Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Αραβαντινός υπολογίζει ότι αυτοί ήταν περίπου 1.500-2.000 οικογένειες.
Το 1853, οι οθωμανικές αρχές δημιούργησαν ένα νέο οικισμό για τους Αρβανιτόβλαχους του Μπιτσικόπουλου, όχι πολύ μακριά απ’ αυτό.
Το χωριό ονομάστηκε Μετζιτιέ, προς τιμήν του τότε σουλτάνου Αμπντούλ Μετζίτ Α’. Πρόκειται για το σημερινό Κεφαλόβρυσο του Πωγωνίου. Το 1878, πολλοί Αρβανιτόβλαχοι πήραν μέρος στο επαναστατικό κίνημα εναντίον των Τούρκων και μετά την αποτυχία του, έφυγαν για την Κέρκυρα και τη Λευκάδα.
Στην Κέρκυρα, οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στη Γατίτσα. Ο G. Weigand, το 1889, γράφει ότι οι Αρβανιτόβλαχοι της Κέρκυρας αριθμούσαν περίπου 2.000 οικογένειες. Το 1905, στη στατιστική του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αναφέρονται 1.352 βλάχικες οικογένειες στην επικράτεια της Μητρόπολης Βελεγραδών και 799 βλάχικες οικογένειες στην επικράτεια της Μητρόπολης Δυρραχίου.
Η οριστική χάραξη των συνόρων μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας, δημιούργησε προβλήματα στους Αρβανιτόβλαχους. Πολλοί έμειναν στις κεντρικές και νότιες περιοχές της Αλβανίας. Μέχρι το 1914, Αρβανιτόβλαχοι ήταν οι μόνοι κάτοικοι της νήσου Σάσων. Όπως έχουμε γράψει, η Σάσων δόθηκε με νόμο (!) στην Αλβανία το 1914 και οι Αρβανιτόβλαχοι σφαγιάστηκαν από τους Αλβανούς…
Άλλοι πάλι Αρβανιτόβλαχοι, πέρασαν σε ελληνικά εδάφη, κυρίως στη Θεσπρωτία και την περιοχή του Πωγωνίου του νομού Ιωαννίνων.
Οι Αρβανιτόβλαχοι στη Μακεδονία και τη Θεσσαλία
Οι πρώτες μετακινήσεις Αρβανιτόβλαχων προς τη Μακεδονία, έγιναν μετά το 1820. Πολλοί εγκαταστάθηκαν στο Μορίχοβο (σήμερα στη FYROM), άλλοι δημιούργησαν τον θερινό οικισμό Τσιακούρα ή Τσεκούρα, στην περιοχή του όρους Βόρας. Άλλοι εγκαταστάθηκαν στο Βέρμιο και άλλοι στα Πιέρια. Άλλοι Αρβανιτόβλαχοι, πήγαν στην Κορυτσά, στη Νιζόπολη (δίπλα στο Μεγάροβο της FYROM). Σήμερα βρίσκουμε Αρβανιτόβλαχους και σε πολλά χωριά της Φλώρινας και της Καστοριάς.
Στη Θεσσαλία, οι πρώτοι Αρβανιτόβλαχοι φαίνεται ότι εγκαταστάθηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα, κοντά στον Παγασητικό. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα (1881), πολλοί Αρβανιτόβλαχοι εγκαταστάθηκαν στον Αλμυρό και διάφορα χωριά της Μογνησίας.
Μετά το 1912, είχαμε εγκαταστάσεις Αρβανιτόβλαχων σε χωριά του Κάτω Ολύμπου και των Τρικάλων.
Οι Αρβανιτόβλαχοι στη Ρούμελη

Μετά την καταστροφή του Μπιτσικόπουλου από Τουρκαλβανούς το 1840, πολλοί Αρβανιτόβλαχοι, για ασφάλεια κατέβηκαν στην Αιτωλοακαρνανία. Από τις χαμηλές περιοχές του Ξηρόμερου ως τις εκβολές του Αχελώου. Ο L. Heuzey, αναφέρει ότι το 1856, αριθμούσαν 800 οικογένειες (4.000 – 5.000 άτομα).
Από το 1865 ως το 1875 άρχισαν να δημιουργούν μονιμότερες εγκαταστάσεις. Στο περιοδικό «Πανδώρα», διαβάζουμε ότι στην Αιτωλοακαρνανία ζούσαν 2.000 Αρβανιτόβλαχοι που είχαν 100.000 πρόβατα. Ο G. Weigand, ανεβάζει τον αριθμό τους σε 2.625 (1888-1889). Ο Π. Αραβαντινός, γράφει πως ήδη από την εποχή του Αλή Πασά υπήρχαν Αρβανιτόβλαχοι σε Ακαρνανία και Ευρυτανία. Σύντομα, αυτοί εξαπλώθηκαν σε όλη την Ανατολική Στερεά, από την Όθρη μέχρι την ύπαρξη Αρβανιτόβλαχων στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα (π.χ. στην Αταλάντη).
Ο Edmond About, συνάντησε νομαδοκτηνοτρόφους Βλάχους (πιθανότατα Αρβανιτόβλαχους) στα περίχωρα της Αττικής, οι οποίοι προμήθευαν με αρνιά για το Πάσχα τους Αθηναίους (1852-1854). Αυτοί μιλούσαν μια παραφθαρμένη λατινογενή γλώσσα. Ο F. Lenormant, γράφει ότι κάποιοι από αυτούς, έφταν αν για να διαχειμάσουν ως τη Μονή Δαφνίου.
Αρβανιτόβλαχοι, υπήρχαν και στη Φθιώτιδα (Ανθήλη, Μενδενίτσα, Μώλος, Έξαρχος).
Το 1851, άλλοι Αρβανιτόβλαχοι δημιούργησαν μια θερινή εγκατάσταση στις νότιες πλαγιές της Όθρης κοντά στο χωριό Πελασγία. Ο υπέργηρός τσέλιγκάς τους που ονομαζόταν Πούλιος, είπε στον νεαρό, τότε, Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (γιο του Γενναίου Κολοκοτρώνη, γιου του «Γέρου του Μοριά»), ότι ήταν συμπολεμιστής με τον παππού του και τον Κωνσταντή Κολοκοτρώνη και φίλος του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Συνεπώς, Αρβανιτόβλαχοι στη Ρούμελη υπήρχαν πιθανότατα και πριν το 1821.
Ο H. Belle, ανάμεσα στο 1861 και το 1874, ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα. Αναφέρει ότι οι Βλάχοι που ζούσαν στην Ακαρνανία, τα Άγραφα και την Οίτη, ήταν γύρω στις 12.000. Ο Cousinery το 1831, γράφει για Αρβανιτόβλαχους στο Άργος.
Ο Pouqueville αναφέρει ότι στα τέλη του 18ου αρχές του 19ου αιώνα, κάποιοι άλλοι βλάχικοι πληθυσμοί οι Μπούιοι ή Μπογιάνοι Βλάχοι, ζούσαν σε πολλά χωριά της Ρούμελης, κυρίως γύρω από την Υπάτη, νοτιοανατολικά του Καρπενησίου και βόρεια της Λαμίας. Τους υπολογίζει σε 11.000. Απ’ αυτούς προέρχονταν και οι «Αμπλιανίτες βλάχοι», κάτοικοι του χωριού Σταυροπηγή Ευρυτανίας.
Κλείνοντας, να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με στοιχεία της «Ένωσης Βλάχων Αλβανίας» και τον Χρήστο Γκότση, τέως βουλευτή Κορυτσάς, ο αριθμός των Βλάχων της Αλβανίας, κατά προσέγγιση, το 1997, ήταν 250.000.
Πηγές: ΑΣΤΕΡΙΟΣ Ι. ΚΟΥΚΟΥΔΗΣ
«Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων».
Εκδόσεις Ζήτρος 2.000
Ορέστης Δ. Κουρέλης, «ΒΛΑΧΟΦΩΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ», ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ Αδελφών Κυριακίδη α.ε., 2011
ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ, «ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΒΛΑΧΟΙ» (ΑΡΜΑΝΟΙ)», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 2001
«ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΟΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ»
Το ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ βιβλίο του πρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Οικονόμου, του εξ Οικονόμων της Κωνσταντινουπόλεως, εκδόσεως 1828 (!!!!!!!!!), με τίτλον «ΔΟΚΙΜΙΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΛΗΣΙΕΣΤΑΤΗΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑΣ ΤΗΣ ΣΛΑΒΟΝΟΡΩΣΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗΝ, το επέλεξα:
1.– Διά τας εκτενείς αναφοράς, με σεβασμόν, αλλά άνευ παρωπίδων, προς τους αρχαίους Πρωτοέλληνας Πελασγούς, κατ΄ επέκτασιν και Άβαντας, που ενδιαφέρει τας έρευνάς μου στην παρούσαν ιστοσελίδα, λόγω των συσχετίσεων οπού έχουν γίνει από σχετικούς και άσχετους ερευνητάς, των Αλβανών και Ελλήνων Αρβανιτών με τους Πελασγούς.
2.– Διά να χαστουκίσω με ατράνταχτα στοιχεία, την αυθάδειαν αγράμματων ψευδοελληνιστών-δωδεκαθεϊστών, οι οποίοι, ενώ γνωρίζουν ότι η αρχαιοελληνική γραμματεία και πλήθος άλλων πολιτισμικών στοιχείων διεσώθησαν, ένεκα της αγάπης Ορθόδοξων Χριστιανών Ιερέων και Μοναχών προς τον αρχαιοελληνικόν πολιτισμόν, επιχειρούν να επιρρίψουν ευθύνες στην Ορθοδοξία, και να εμφανίσουν την από το 350 π.χ. παρακμή της αρχαίας θρησκείας, ως καταστροφή της από τους Χριστιανούς.
3.– Διά να κάνω τις απαιτούμενες παραπομπές, σε επόμενα σχετικά άρθρα. Θα σημειώσω μόνο, ότι επικροτώ την απάντηση που δίδει ο συγγραφέας στο εκ συγχύσεως λάθος του Ομήρου και των διά αυτού μεταγενέστερων συγγραφέων, ο οποίος αντιφάσκει υποτιμώντας συνολικά τους Πελασγούς, ενώ επαινεί τους Άβαντες, τους Μολοσσούς, τους Μαγνήτας και άλλους κλάδους των Πελασγών. Τέτοια λάθη είναι ανθρώπινα και συγχωρητέα, ένεκα του πλούτου που άφησαν στις επόμενες γενεές οι αρχαίοι ιστορικοί συγγραφείς.
4.– Διά να καταφανεί το ψεύδος, ότι τάχα την εποχήν της επαναστάσεως του 1821 δεν υπήρχεν ούτε ένας Έλληνας και ότι ουδείς ομιλούσε την Ελληνικήν Γλώσσαν.
Το βιβλίο είναι δίγλωσσον και παρέχεται ΔΩΡΕΑΝ από τη βιβλιοθήκη της google, στην παρακάτω ηλεκτρονικήν διεύθυνση:
Το σύγγραμμα εξ όσων αντελήφθην, συμπεριλαμβάνει εκτός αυτού και άλλους 3 τόμους των 800 σελίδων περίπου έκαστος. Ομιλούμε δηλαδή, για έναν τεράστιο θησαυρό γνώσεων ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΩΝ με τον πλέον επιστημονικόν τρόπο.
Είμαι βέβαιος, ότι ο οποιοσδήποτε διαβάσει αυτό το καταπληκτικό σύγγραμμα του πατρός Κωνσταντίνου Οικονόμου του Κωνσταντινοπολίτου, και έχει υπόψιν του τας πρόχειρας αναφοράς επιτήδειων κομπογιαννιτών ψευδοϊστοριογράφων, θα αντιληφθεί το από που αντλούν άμεσα ή και έμμεσα, αλλά περιστασιακά και επιπόλαια, τας πληροφορίας των, χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να αναφέρουν τα βιβλία και τον συγγραφέα. Ως φαίνηται, το ράσο του πατρός Κωνσταντίνου Οικονόμου ενοχλεί και καταρρίπτει τις θεωρίες τους.
Η προσέγγιση της γλώσσης που διδάχθηκα και κοντεύω να ξεχάσω, γίνεται από σεβασμόν. Να μου συγχωρεθούν τα όποια λάθη.
ΠΕΛΑΣΓΟΣ 17-10-2016
Γενάρχης των Πελασγών αναφέρεται ο Πελασγός. Με τ’ όνομά του συνδέθηκαν πολυάριθμοι θρύλοι και παραδόσεις.
Σύμφωνα με μια απ’ αυτές, ο Πελασγός ήταν ο πρώτος άνθρωπος που αναδύθηκε απ’ τη γη κι έγινε έτσι γενάρχης των ανθρώπων. Στην Αρκαδία, όπου υπήρχε αυτή η παράδοση, πίστευαν ότι γιος του Πελασγού απ’ τη νύμφη Κυλλήνη ή την Ωκεανίδα Μελιβοία, ήταν ο Λυκάων, ο μυθικός βασιλιάς της Αρκαδίας. Αυτή ονομάστηκε στην αρχή Πελασγία, απ’ το όνομα του γενάρχη της.
Ο Πελασγός αναφερόταν και ως ιδρυτής του Άργους της Πελοποννήσου, γιος του Αγήνορα και πατέρας της Λάρισας.
Ακόμα έλεγαν πως ήταν γιος του Ποσειδώνα και της νύμφης Λάρισας, αδελφός του Αχαιού και του Φθίου.
Άλλες παραδόσεις αναφέρουν ότι ήταν ο μυθικός γενάρχης των Πελασγών της Θεσσαλίας ή ότι ήταν γιος του Αιρέστορα κι εγγονός του Έκβασου, οικιστή της Παρρασίας, στην Αρκαδία.
Σύμφωνα με τον Παυσανία ήταν ο γενάρχης των βασιλέων της Αρκαδίας. Ήταν αυτός που δίδαξε στους Πελασγούς να φτιάχνουν καλύβες και να επεξεργάζονται τα δέρματα των ζώων για να τα φοράνε σαν ρούχα. Όπως μάλιστα αναφέρει βασίλεψε σε λαό που ζούσε σε καλύβες.
Παυσανίας: Βιβλίο 8, κεφάλαιο 1, τμήμα 4, γραμμή 1
«[4]… φασί δέ Ἀρκάδες ὡς Πελασγός γένοιτο ἐν τῇ γῇ ταύτῃ πρῶτος. Εἰκός δέ ἔχει τοῦ λόγου καί ἄλλους ὁμοῦ τῷ Πελασγῷ μηδέ αὐτόν Πελασγόν γενέσθαι μόνον: ποίων γάρ ἂν καί ἦρχεν ὁ Πελασγός ἀνθρώπων; μεγέθει μέντοι καί κατά ἀλκήν καί κάλλος προεἶχεν ὁ Πελασγός καί γνώμην ὑπέρ τούς ἄλλους ἦν, καί τούτων ἕνεκα αἱρεθῆναί μοι δοκεῖ βασιλεύειν ὑπ’ αὐτῶν. Πεποίηται δέ καί Ἀσίῳ τοιάδε ἐς αὐτόν: Ἀντίθεον δέ Πελασγόν εν ὑψικόμοισιν ὄρεσσι γαῖα μέλαιν’ ἀνέδωκεν, ἵνα θνητῶν γένος εἴη. (Άσιος άγνωστη θέση)
[5] Πελασγός δέ βασιλεύσας τοῦτο μέν ποιήσασθαι καλύβας ἐπενόησεν, ὡς μή ῥιγοῦν τε καί ὕεσθαι τούς ἀνθρώπους μηδέ ὑπό τοῦ καύματος ταλαιπωρεῖν: τοῦτο δέ τους χιτῶνας τούς ἐκ τῶν δερμάτων τῶν οἰῶν, οἷς καί νῦν περί τε Εὔβοιαν ἔτι χρῶνται καί ἐν τῇ Φωκίδι ὁπόσοι βίου σπανίζουσιν, οὗτός ἐστιν ὁ ἐξευρών καί δή καί τῶν φύλλων τα ἔτι χλωρά καί πόας τε καί ῥίζας οὐδέ ἐδωδίμους, ἀλλά καί ὀλεθρίους ἐνίας σιτουμένους τους ἀνθρώπους τούτων μέν ἔπαυσεν ὁ Πελασγός:
[6] ὁ δε τόν καρπόν τῶν δρυῶν οὔτι που πασῶν, ἀλλά τας βαλάνους τῆς φηγοῦ τροφήν ἐξεῦρεν εἶναι. παρέμεινέ τε ἐνίοις ἐς τοσοῦτο ἀπό Πελασγοῦ τούτου ἡ δίαιτα, ὡς καί τήν Πυθίαν, ἡνίκα Λακεδαιμονίοις γῆς τῆς Ἀρκάδων ἀπηγόρευεν ἅπτεσθαι, καί τάδε εἰπεῖν τά ἔπη: πολλοί ἐν Ἀρκαδίῃ βαλανηφάγοι ἄνδρες ἔασιν, οἵ σ’ ἀποκωλύσουσιν: ἐγώ δέ τοι οὔ τι μεγαίρω. Πελασγοῦ δέ βασιλεύοντος γενέσθαι καί τῇ χώρᾳ Πελασγίαν φασίν ὄνομα. )Παυσανία Αρκαδικά)
Πηγή: https://el.wikipedia.org/wiki/Πελασγός
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ για τον χάρτη: Σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα στη Σαντορίνη, ο διασωθείς πολιτισμός της νήσου και των λοιπών νήσων του Αιγαίου, ήταν Κρητικο-Μυκηναϊκός, δηλαδή Αργο-Αρκαδικός-Πελασγικός. Επομένως οι Πελασγοί είχαν εξαπλωθεί ως πρωτοέλληνες σε ολόκληρο το Αιγαίο και τα Μικρασιατικά παράλια.
ΠΕΛΑΣΓΟΙ
Το όνομα Πελασγοί χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, οι οποίοι αναφέρονταν στους πληθυσμούς αυτούς που θεωρούσαν προγόνους των Ελλήνων ή ως ανθρώπους που βρέθηκαν πριν από τους Έλληνες σε μέρη που σήμερα αποτελούν την Ελλάδα. Κάποιοι, κυρίως μεταγενέστεροι, το χρησιμοποιούν όμως και για να περιγράψουν αμιγώς ελληνικούς πληθυσμούς. Σύγχρονοι ιστορικοί, αρχαιολόγοι και γλωσσολόγοι έχουν προσπαθήσει να συνδέσουν τους «Πελασγούς», έναν όρο με μάλλον ασαφές περιεχόμενο, με διάφορους υλικούς πολιτισμούς, γλωσσολογικές ομάδες κ.λ.π. αλλά πρόκειται περί άλυτου «προβλήματος». Οι συνεχείς επεξεργασίες των ελληνικών παραδόσεων και μύθων καθιστούν δύσκολο το διαχωρισμό σαφών «αναμνήσεων ιστορικών γεγονότων» και μυθοπλασίας όσον αφορά τις πληροφορίες που δίνουν οι αρχαίοι συγγραφείς για τους Πελασγούς.[1]
Περιοχές όπως η Θεσσαλία και η Αττική θεωρούνταν παραδοσιακά ως περιοχές στις οποίες κατοικούσαν Πελασγοί. Γενάρχης των Πελασγών αναφέρεται ο Πελασγός. Με τ’ όνομά του συνδέθηκαν πολυάριθμοι θρύλοι και παραδόσεις.
Περί των Πελασγών έχουν αφήσει μαρτυρίες πολλοί αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς από τους μυθικούς χρόνους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι: Ησίοδος, Όμηρος, Έφορος, Στράβων, Σκύμνος, Ηρόδοτος,Μενεκράτης, Παυσανίας, Θουκυδίδης, Ευριπίδης, Αισχύλος, Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, Αντικλείδης, καθώς και ο Πλάτων.
Ο Όμηρος περιγράφει τον Αχιλλέα να προσεύχεται στον Δωδώνιο Δία σαν τον αρχέγονο Θεό των Πελασγών: «Βασιλέα Ζευ, φώναξε, Άρχοντα της Δωδώνης, θεέ των Πελασγών, που κατοικούν μακριά, που έχεις τη χειμωνιάτικη Δωδώνη κάτω από την εξουσία σου, όπου οι Ιερείς σου οι Σελλοί κατοικούν γύρω σου με τα πόδια τους άπλυτα και τα καταλύματά τους πάνω στο έδαφος[2].»
Οι αναφορές των παραπάνω ακολουθούν κατά περιοχή εξάπλωσης των Πελασγών.
Πελοπόννησος
Ξεκινώντας από την Ελληνική Μυθολογία, ο Ησίοδος παραδίδει την παράδοση ότι πρώτος κάτοικος της Αρκαδίας ήταν ο Πελασγός, ο δε Έφορος ότι όλοι οι Πελασγοί είναι αρκαδικής καταγωγής, σημείο που αναφέρει ο Στράβων [3]. Ο δε Παυσανίας συμπληρώνει πως την εποχή που βασίλευε ο Πελασγός, όλη η Πελοπόννησος λεγόταν Πελασγία ή Αχαϊκόν Άργος. Ο δε Διονύσιος Αλικαρνασσεύς διατρανώνει: «των Πελασγών το γένος εκ Πελοποννήσου το αρχαίον» (Ι 17). Αλλά και ο Ευριπίδης στο έργο του «Αρχέλαος» αναφέρει πως «όταν ο Δαναός ήλθε στο Άργος κι έκτισε την πόλη του Ινάχου, και ενώ οι κάτοικοι λέγονταν «Πελασγιώται» εκείνος τους όρισε με νόμο αυτοί σε όλη την αρχαία Ελλάδα να λέγονται Δαναοί«. Επίσης, ο Ηρόδοτος σημειώνει πως «όσο καιρό οι Ίωνες κατοικούσαν στη Πελοπόννησο στη περιοχή της σημερινής Αχαΐας, πριν ακόμη να έλθουν ο Δαναός και ο Ξούθος ονομάζονταν Πελασγοί Αιγιαλείς και που έλαβαν τελικά το όνομα Ίωνες από τον Ίωνα του Ξούθου»[4]. Τέλος, ο Στράβων αναφέρει ότι ο Αισχύλος στις «Ικέτιδες», καθώς και στις «Δαναΐδες» αναφέρεται στη καταγωγή των Πελασγών από το Άργος (Ε κεφ. Β).
Αττική
Ο Ηρόδοτος αναφέρει την ύπαρξη Πελασγικού έθνους στην Αττική[5] και συμπληρώνει πως όταν ο Κροίσος θέλησε να μάθει ποιοι Έλληνες είναι οι πιο ισχυροί, βρήκε πως πρώτοι ήταν οι Λακεδαιμόνιοι και μετά οι Αθηναίοι, οι πρώτοι από τη φυλή των Δωριέων και οι δεύτεροι από των Ιώνων. «Πράγματι αυτοί οι λαοί ήσαν οι πλέον εξέχοντες, οι δεύτεροι μεν καταγωγής Πελασγικής, οι πρώτοι δε καταγωγής ελληνικής»*.
(*) Για τη διάκριση πελασγική – ελληνική, δείτε παρακάτω
Φθία – Φθιώτιδα
Στους Πελασγούς της Φθίας αναφέρεται ο Στράβων. Εκεί, μεταξύ άλλων περιοχών, ζούσαν Πελασγοί και κατονομάζει τη μία από τις τέσσερις πόλεις του κράτους Πηλέα – Αχιλλέα, το οποίο συμπίπτει με τη σημερινή Ανατολική – Βορειανατολική Φθιώτιδα και τμήματα των σημερινών νομών Λαρίσης και Μαγνησίας, το Πελασγικόν Άργος, την αποκαλούμενη αργότερα Κρεμαστή Λάρισα (σημερινή κωμόπολη Πελασγία) στην περιοχή που εκτείνονταν από «τη Θεσσαλία μεταξύ των εκβολών του Πηνειού και των Θερμοπυλών μέχρι της ορεινής χώρας σε όλη την έκταση της Πίνδου, αφού οι Πελασγοί ήταν κυρίαρχοι των τόπων αυτών» και ιδιαίτερα πως είχαν επεκταθεί «προπάντων μεταξύ των Αιολέων που ήταν ανά τη Φθία και τη Θεσσαλία.»[6]
Σημειώνεται, όμως, ότι αργότερα, κατά τους ιστορικούς χρόνους, το νότιο τμήμα της Θεσσαλίας μεταξύ Λάρισας και Φερών διατηρούσε το όνομα Πελασγιώτις.
Ήπειρος
Στην Ιλιάδα, αναφέρεται στην προσευχή του Αχιλλέα ο Ζευς, ο οποίος προσφωνείται βασιλιάς της Δωδώνης και των Πελασγών. [7]
Η Ήπειρος και ιδιαίτερα η Δωδώνη αποτελούσε το κέντρο των Πελασγών. Ο Στράβων μνημονεύει τον Ησίοδο, ο οποίος είχε αποκαλέσει τη Δωδώνη ως το Πελασγών έδρανο (fr.225). Εδώ υπήρχε και το μέγα ιερό του Δωδωναίου Διός, το περίφημο ομώνυμο μαντείο καθώς και ένα από τα αρχαιότερα θέατρα του ελλαδικού χώρου.
Μακεδονία
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Αισχύλου στο έργο Ικέτιδες (250), όπου ο Βασιλιάς Πελασγός αναφέρει: «Του γηγενούς Παλαίχθονος είμαι εγώ γιος, ο Πελασγός, που κυβερνώ τη χώρα. Και αφού είμαι ο βασιλιάς επόμενο είναι να πάρουν από μένα τ΄ όνομά τους οι Πελασγοί που κατοικούν τη χώρα. Όλη αυτή που τη διασχίζει ο αγνός Στρυμόνας στη δυτική πλευρά του. Και τη χώρα των Περραιβών ακόμη εξουσιάζω και όσα μέρη είναι πέρα από την Πίνδο και της Δωδώνης τα βουνά. Τα σύνορά μου ορίζει η θάλασσα«[8].
Σαμοθράκη
Κατά τον Ηρόδοτο, «τη Σαμοθράκη κατοικούσαν παλαιότερα Πελασγοί». [9]. Από τους Πελασγούς προέρχονται τα Καβείρια μυστήρια.
Ίμβρος – Λήμνος
Ο Ηρόδοτος, αναφερόμενος στον 5ο αιώνα π.Χ., σημειώνει τόσο για την Ίμβρο όσο και για τη Λήμνο, ότι την εποχή εκείνη και τα δύο αυτά νησιά τα κατοικούσαν ακόμα οι Πελασγοί[10].
Λέσβος
Και η Λέσβος κατά τον Στράβωνα, (Ε, κεφ.Β΄), λεγόταν Πελασγία, που σαφώς σημαίνει ότι κατοικείτο από Πελασγούς.
Κυκλάδες
Κατά την Περσική εκστρατεία, ο Ηρόδοτος αναφέρει πως οι Κυκλάδες πρόσφεραν 17 πλοία συμπληρώνοντας ότι «και αυτοί ήταν λαός Πελασγικός που αργότερα όμως ονομάσθηκαν Ίωνες» [11].
Κρήτη
Για τους Πελασγούς στην Κρήτη παραδίδεται από τον Όμηρο, στην Οδύσσεια (Τ 175) η παρουσία των «δίων Πελασγών«. [12]
Ελλήσποντος
Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως στον Ελλήσποντο πελασγικές εγκαταστάσεις υπήρχαν στις περιοχές Πλακία και Σκυλάκη και πως οι Πελασγοί αυτοί του Ελλησπόντου προέρχονταν από την Αττική[13].
Μικρά Ασία
Ο Όμηρος στην Ιλιάδα χαρακτηρίζει τους γείτονες των Κιλίκων της Τρωάδας Πελασγούς και συγκεκριμένα αναφέρει πως «ο Ιππόθοος οδηγούσε τα φύλα των κονταρομάχων Πελασγών αυτών που κατοικούσαν στην εύφορη Λάρισσα[14]. Ο δε Μεκράτης ο Ελαΐτης θεωρεί τους Πελασγούς κατοίκους όλης της Ιωνικής παραλίας: «την παραλίαν την νυν Ιωνικήν πάσαν από Μυκάλης αρξαμένην υπό Πελασγών οικείσθαι πρότερον«. Ακόμη όμως και ο Ηρόδοτος επισημαίνει για τους Αιολείς πως «στους παλαιότερους χρόνους και αυτοί λέγονταν Πελασγοί».
Κύπρος
Και για την Κύπρο ο Ηρόδοτος αναφέρει πως είχαν μεταναστεύσει εκεί Πελασγοί από την Αρχαία Αθήνα, τη Σαλαμίνα, την Κύθνο και από την Αρκαδία[15]. Μάλιστα ο Βασιλιάς της Τεγέας, Αγαπήνωρ, ήταν ο ιδρυτής της Πάφου. Η δε κυπριακή διάλεκτος ομοιάζει με την αρκαδική, εξ ου και γίνεται λόγος για την αρκαδοκυπριακή διάλεκτο ή Νότια Αχαϊκή, διάλεκτο των αρχαίων ελληνικών. Επίσης κατά την παράδοση, ο Αιακίδης Τεύκρος με μερικούς Τρώες αιχμαλώτους ήταν εκείνος που έκτισε τη Σαλαμίνα της Κύπρου.
Ετρουρία
Ο Αθηναίος Αντικλείδης, Αλεξανδρινός ιστορικός, παραδίδει κατά μαρτυρία του Στράβωνα (E κεφ.B) πως οι Πελασγοί εκείνοι που ζούσαν στη Μακεδονία και στην Αττική ήταν εκείνοι που κατοίκησαν και στα γύρω από την Ίμβρο και τη Λήμνο μέρη και πως μερικοί απ’ αυτούς υπό τον Λύδο τον Τυρρηνό μετανάστευσαν στην Ιταλία, που απετέλεσαν και στη συνέχεια το έθνος των Τυρρηνών ή Ετρούσκων.
Σκιάθος
Σύμφωνα με διάφορες ιστορικές πηγές οι Πελασγοί ήταν οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού. Μάλιστα έχει βρεθεί και οικισμός τους στον Ξάνεμο στην πλαγιά Κεφάλα.
Από https://el.wikipedia.org/wiki/Πελασγοί
Πολλοί συγγραφείς, Έλληνες, Αλβανοί και λοιποί ξένοι, συνδέουν τους Αρβανίτες, ως έχοντες καταγωγή από τους αρχαίους Πελασγούς.
Υπάρχει δε το Πελασγικό φύλλο των Αβάντων, γνωστών στην αρχαιότητα 2ης, 3ης και 4ης χχιλιετίας π.χ., ως ένας ισχυρός πρωτοελληνικός λαός, ο οποίος έχει εκπληκτικά κοινά χαρακτηριστικά με τους Αρβανίτες, όπως αυτοί έγιναν γνωστοί, από το 1200μ.χ. και μετά.
Στη κατηγορία των «Πελασγικών» θα προσπαθήσω να μεταφέρω γνώσεις διάσπαρτες για τους Πελασγούς, με επικέντρωση της όλης έρευνας στους εκ των πρωτοελλήνων Άβαντες.
ΣΧΕΤΙΚΑ:
‘Οσοι με διαβάζουν, εδώ ή σε προηγούμενα ιστολόγια που έγραφα, γνωρίζουν την άποψή μου, ότι οι πρόγονοί μας Αρβανίτες του Αρβάνου της Βορείου Ηπείρου και εν συνεχεία του Σουλίου και άλλων Ελληνικών περιοχών, είχαν ως κύρια μητρική γλώσσα την Ελληνική, τόσο σε ομιλία, όσο και σε γραφή και ότι τα λεγόμενα Αρβανίτικα, είναι ένα κράμα Ελληνικής και Αλβανικής, με μερικά στοιχεία λατινογενών, τούρκικων και σλάβικων λέξεων, τα οποία δημιουργήθηκαν εξ ανάγκης κατ΄ αρχήν στη περιοχή της σημερινής Αλβανίας, μετά το 1470μ.χ., αφού το Ελληνο-Βυζαντινό καθεστώς κατέρρευσε και η τοπική εξουσία πέρασε υπό Οθωμανική κατοχή, με Αλβανούς μουσουλμάνους τοπικούς διοικητές-πασάδες.
Έχω γράψει επίσης πολλές φορές, ότι η επίσημη και ανεπίσημη προπαγάνδα του φασιστικού Αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού, έχει αλλοιώσει σταδιακά την αρχική δομή των «Αρβανίτικων», εκμεταλλευόμενη την με βραχεία κεφαλή αριθμητική υπεροχή των Αλβανικών λέξεων στη τεχνητή διάλεκτο, και καταβάλλουν τεράστια προσπάθεια, να προσεταιρισθούν τους Έλληνες Αρβανίτικης καταγωγής, των προερχόμενων δηλαδή αρχικά, από τις Ελληνικές περιοχές του Άρβανου και του Σουλίου, και να διαδίδουν ψευδώς, άλλοτε τα περί κοινής αρχαίας καταγωγής και άλλοτε με θράσος, ότι οι Έλληνες Αρβανίτες είμαστε ….Αλβανοί. Και λέγω με θράσος, διότι γνωρίζουμε και γνωρίζουν, ότι η περιοχή των Αρβάνων και του Σουλίου, ήσαν δύο οχυρές θέσεις, οι οποίες ξεθεμελιώθηκαν με υπουλία και αγριότητα, από τους υποκριτές Αλβανοί.
Οι απόψεις μου, ναι μεν προσωρινά αναστατώνουν μερίδα των Ελλήνων Αρβανιτών, οι οποίοι εθισμένοι από τη μακροχρόνια χρήση της διαλέκτου, αντιδρούν και δεν θέλουν να την αποχωρισθούν, και ως πολιτιστικό στοιχείο της παράδοσης δεν αντιλέγω, αλλά τους καλώ για άλλη μια φορά, να παρακολουθούν τις συμπεριφορές και τις αντιδράσεις, των Αλβανών εκείνων, οι οποίοι εργολαβικά προωθούν τον φασιστική Αλβανικό μεγαλοϊδεατισμό, κυρίως σε βάρος της πατρίδος μας. Αυτοί οι Αλβανοί πράκτορες, έχουν μετατρέψει με υπομονή, από το 1920 έως και σήμερα, τα «Αρβανίτικα» ως βασικό εργαλείο της προπαγάνδας τους, με ισχυρισμό, πως δήθεν ότι τα μιλούσαν ή και τα ομιλούν, είναι Αλβανοί και τα Αρβανίτικα είναι Αλβανικά!!! Και το βασικότερο, αυτοί οι προπαγανδιστές, ποτέ δεν τολμούν να δώσουν εξηγήσεις, για τα Άρβανα και το Σούλι και προσπαθούν να τα υποκαταστήσουν με την Arber (Arben δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά στην Αλβανία).
Δείτε λοιπόν σε νέο e-mail που έλαβα (το αναρτώ σε εικόνα ως έχει), τις «απόψεις» ενός ακόμα Αλβανού, που τον ενοχλούν αυτά που γράφω.
Στην συγγραφήν «Οδοιπορία της Ηπείρου, της Ακαρνανίας και της Αιτωλίας» του Εθνομάρτυρα και Ευαγγελιστή της Ελληνικής Εθνικής Επανάστασης, Ρήγα Φεραίου – Βελεστινλή, μεταξύ άλλων διαβάζουμε:
«…..Ακολουθούντες τον δρόμον μας, είδαμεν εκ δεξιών τα νησία της Ιθάκης και της Κεφαλληνίας, εξ αριστερών τα παραθαλάσσια της Ακαρνανίας (του Ξηρομέρου). Ευρίσκονται εις αυτήν την τελευταίαν επαρχίαν μερικαί μεγάλαι πόλεις, μία ποσότης μικρών ωχυρωμένων χωρίων, πολλά γένη διαφόρων γενεαλογιών, συντροφευμένα όμως εις μίαν γενικήν συμμαχίαν, και σχεδόν πάντοτε εις πόλεμον εναντίον των Αιτωλών γειτόνων τους, των οποίων ο τόπος είναι χωρισμένος από τον εδικόν τους δια του Αχελώου ποταμού (Ασπροπόταμο). Οι Ξηρομερίται είναι πιστοί εις τον λόγον τους, και καθ΄ υπερβολήν ζηλωταί της ελευθερίας των…..»
— Δημοσιεύω με επιφύλαξη τον εθνογραφικό χάρτη της Ευρωπαϊκής Τουρκίας του 1877, όπως τον έφτιαξε ο Α. Synvet. Επιφύλαξη, όχι διατί δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, αλλά διότι τη περίοδο 1870-1890 υπήρξε μεγάλη επιδημία κατασκευής εθνογραφικών χαρτών, ανάλογα με τις βλέψεις των τότε ισχυρών και των δορυφόρων τους στη Βαλκανική χερσόνησο, επί του πτώματος της καταρρέουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
— Αρχίζω από το τέλος, διότι Μετόχι και Κούτουρλας (γνωστότερα και ως Κουτουρλομετόχι), μπορεί να είναι μικρότεροι οικισμοί, όμως χρονολογικά, έστω και με πολύ λίγους κατοίκους, πρέπει να είναι παλαιότερα των Στροπώνων και της Λάμαρης. Επί της ουσίας όμως, αν και προηγούνται χρονολογικά, η οικιστική παρουσία μέχρι το 1780-1800, πριν την άφιξη Ελλήνων Αρβανιτών προσφύγων από τα χωριά του Σουλίου και την Ήπειρο γενικότερα, ήταν ασήμαντη. Με λίγα λόγια, η ύπαρξη πριν το 1780, 6-9 μοναχών και 6-7 βοσκών, δεν συνιστά ύπαρξη οικισμών στην περιοχή. Όσον αφορά ελάχιστα μεσαιωνικά λείψανα και θρύλους για αρχαιότητες, ούτε καν τα αναφέρω, διότι προκαλούν σύγχυση, στο θέμα της προεπαναστατικής εποίκισης των χωριών αυτών. — Μετόχι σημαίνει, ότι συγκεκριμένες εκτάσεις γης, μετά των επ΄ αυτών τυχόν κτισμάτων και υποστατικών, ανήκουν σε κάποια μονή ή σε μια μητρόπολη ή σε μια αρχιεπισκοπή ή σε ένα Πατριαρχείο. Ο όρος ήταν πολύ διαδεδομένος στο Βυζάντιο, αλλά συνεχίστηκε και επί Τουρκοκρατίας και τα μετόχια ήσαν υπό ειδικό φορολογικό καθεστώς, συχνά φοροαπαλλακτικό, και χρησίμευαν για την τροφοδοσία (ή την οικονομική υποστήριξη) της εν λειτουργία μονής ή της Μητρόπολης ή του Πατριαρχείου στο οποίο ανήκαν. Όταν (εν προκειμένω για το Μετόχι Στροπώνων Ευβοίας) το μοναστήρι για κάποιους λόγους παρήκμαζε και ερήμωνε ή καταστρεφόταν, σε περίπτωση εποίκισης των εκτάσεων – κτημάτων από νέους κατοίκους, οι νέοι κάτοικοι (πρόσφυγες – εποικιστές) διεμοιράζονταν τα κτήματα της μονής, αλλά από σεβασμό, διατηρούσαν την ανάμνηση του «μετοχίου» της Ιεράς Μονής, δίδοντας στον τόπο τους το όνομα «Μετόχι» που προϋπήρχε και προσδιόριζε την τοποθεσία. Ποιο Μετόχι; Το Κουτουρλομετόχι των Στροπώνων εν προκειμένω, διότι ανά την Ελλάδα (αλλά και σε άλλον τόπο της Ευβοίας) υπήρχαν και άλλα μετόχια.
Μοναστήρια στην περιοχή υπήρχαν προεπαναστατικά έως Βυζαντινά, όπως της Παναγίας της Χιλιαδούς που χρονολογείται από το 1160 μ.Χ. περίπου, με σχεδόν συνεχή λειτουργία έως τις αρχές του 20ου αιώνα, της Αγίας Τριάδος που καταστράφηκε περί το 1350 και στη θέση των ερειπίων του κτίσθηκε ο Ιερός Ναός Αγίας Τριάδος Στροπώνων. Γύρω από τον Ναό της Αγίας Τριάδος Στροπώνων, εκτίσθη και εποικίσθη από Έλληνες Αρβανίτες το χωριό των Στροπώνων. Η Ιερά Μονή της Παναγίας της χιλιαδούς, αν και είχε μεγάλα χρονικά κενά αφάνειας, λειτούργησε με λίγους μοναχούς, μέχρι το 1900 περίπου. Επομένως η προέλευση της ονομασίας του οικισμού «Μετόχι» είναι εμφανής. Στην επανάσταση του 1821 η Ιερά Μονή της Παναγίας Χιλιαδούς έπαιξε σπουδαίο ρόλο σαν χώρος ανεφοδιασμού των Ελλήνων αλλά και ως κρυψώνα. Ο ηγούμενος Γεράσιμος Κωνσταντίνου εκείνης της εποχής, καταγράφεται στους Ευβοιώτες αγωνιστές του 1821.
— Κούτουρλας… Πολύ δύσκολο όνομα για μη γλωσσολόγο. Η ονομασία δεν φαίνεται να έχει, ούτε Ελληνική, ούτε Αρβανίτικη, ούτε Αλβανική, ούτε Λατινική προέλευση. Ερευνώντας την Τούρκικη πιθανή εκδοχή ερμηνείας, βρήκα την λέξη Kurtuluş, που σημαίνει, επελεύθερο, ανεξάρτητο ή και άλογο ελεύθερο. Αν το συσχετίσουμε με τις ελευθερίες και τις απαλλαγές που είχαν τα μετόχια των Ιερών Μονών και επί Τουρκοκρατίας, σε συνδυασμό με την ΠΡΟΫΠΑΡΧΟΥΣΑ ενιαία έκφραση «Κουτουρλομετόχι» για την ονομασία των δύο μικρών οικισμών, δεν νομίζω ότι μπορεί να βρεθεί περισσότερο πειστική εκδοχή. Μέχρι να υποδειχθεί οτιδήποτε πλησιέστερο, επιλέγω μία και μοναδική ερμηνεία, την προέλευση του ονόματος από την τούρκικη λέξη Kurtuluş, της μόνης προς το παρόν, που μπορεί να δώσει και ενιαία τοπική έκφραση με τα προνόμια του πλησίον αυτού Μετοχίου.
Μετά τον θάνατο των οπλαρχηγών ηγετών της Ευβοϊκής επανάστασης (28-3-1822) Αγγελή Γοβιού και Κώτσου Δημητρίου Αρβανίτη, οι επαναστατικές δυνάμεις της Ευβοίας ήσαν σχεδόν υπό διάλυση. Ο μετέπειτα εξελιχθείς σε αρχηγό Νικόλαος Κριεζώτης, φλογερός Έλληνας πατριώτης Αρβανίτικης καταγωγής, τριγυρνούσε τα χωριά, προσπαθώντας να ανασυγκροτήσει τις επαναστατικές δυνάμεις και να στρατολογήσει νέους μαχητές.
Τον Ιούλιο του 1822, ο Νικόλαος Κριεζώτης (Χαραχλιάνης το αρχικό του επίθετο) βρέθηκε στο Κουτουρλομετόχι, όπου και τον εντόπισαν οι Τούρκοι του Ταρκατζή Αλί Πασά της Χαλκίδας, που τον καταζητούσαν σε όλο το νησί. Ο Κριεζώτης ήταν οχυρωμένος στο βουνό του Κουτουρλομετοχίου, όπου άντεξε με τα παλληκάρια του πολλές μέρες και αναγκάσθηκαν οι Τούρκοι να φύγουν για την Χαλκίδα με σημαντικές απώλειες, χωρίς να καταφέρουν τίποτα. Στη μάχη αυτή, εκτός της άριστης επιλογής αμυντικής θέσεως, ο οπλαρχηγός Νικόλαος Κριεζώτης διακρίθηκε δια την εφευρετικότητά του, όταν έριξε κατά των Τούρκων, κυψέλες άγριων μελισσών!!! (Βλέπε «ΕΥΒΟΪΚΑ ΗΤΟΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΡΙΕΧΟΥΣΑ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΤΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥΣ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΕΥΒΟΙΑΣ» σελίδες 39-40)
ΕΠΟΜΕΝΩΣ, μπορεί ο τόπος Κουτουρλομετόχι να είχε και πρόσφατους τότε Έλληνες εποίκους, Αρβανίτες πρόσφυγες, όπως και τα γύρω χωριά, αλλά η προσωρινή εγκατάσταση εκεί, του οπλαρχηγού Νικόλαου Κριεζώτη, μετά την ήττα των επαναστατικών δυνάμεων στις 28-3-1822, σημαίνει ότι το Κουτουρλομετόχι διέθετε στοιχειώδεις υποδομές οικισμού, παλαιότερες της εποίκισης 1780-1820.
— Λάμαρη Ευβοίας. Εδώ τα πράγματα είναι πολύ εύκολα και διευκολύνονται ακόμα περισσότερο, στο να κατανοήσουμε με σαφήνεια, την εποίκιση της περιοχής, από Έλληνες Αρβανίτες πρόσφυγες, που είχαν εκδιωχθεί από το Σούλι και την ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου.
Είναι επιβεβαιωμένο από πολλές πηγές, ότι μια νέα εγκετάσταση, ομάδας Ελλήνων Αρβανιτών, εποικιστών προσφύγων από την Ήπειρο, καθιέρωνε ως τοπωνύμιο του «νέου» τόπου, της νέας ιδιαίτερης πατρίδας που εγκαθίστατο με δύο κυρίως τρόπους:
1.– Από το όνομα της οικογένειας που πρώτη εποίκησε τον «νέο» τόπο, εφόσον τέτοιο όνομα είχε ήδη αποδοθεί και ήταν γνωστό στην ευρύτερη γύρω περιοχή.
2.– Από την ονομασία του τόπου προέλευσής τους, εις ανάμνηση του οποίου έδιδαν το όνομα της χαμένης πατρίδας τους στον νέο τόπο, στην νέα ιδιαίτερη πατρίδα τους.
Είναι δε άξιο προσοχής, και είναι ακόμα ένα στοιχείο που τους διακρίνει από τους τουρκοποιημένους Αλβανούς, το ότι στη περίπτωση που οι Έλληνες Αρβανίτες εγκαθίσταντο σε ήδη κατοικημένες πόλεις ή χωριά, με γνωστή, μακροχρόνια καθιερωμένη ή και ιστορική ονομασία, ποτέ δεν προέβαιναν σε μετονομασίες (π.χ. Θήβαι, Τανάγρα, Χαλκίδα, Κόρινθος κλπ)
— Η Λάμαρη της Ευβοίας δεν έχει ιστορία πριν το 1780-1790 περίπου. Μέχρι τότε, το πολύ να υπήρχαν στη περιοχή 5-6 τσοπάνηδες και 6-9 μοναχοί, χωρίς την ονομασία, η οποία καθιερώθηκε από τους Έλληνες Αρβανίτες εποικιστές, που είχαν εκδιωχθεί από την κοιλάδα της Λάμαρης Σουλίου. Το 1821 είναι επιβεβαιωμένο ότι η Λάμαρη Ευβοίας υπήρχε και είχε ήδη την ονομασία της. Κάποιοι βασιζόμενοι στη παράδοση, αναγάγουν την ίδρυση της Ευβοιώτικης Λάμαρης από πρόσφυγες Σουλιώτες, ήδη από το 1714-1720 περίπου, με αόριστες αναφορές, χωρίς τη παραμικρή απόδειξη.
Δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτήν την άποψη, διότι η περιοχή του Σουλίου, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η εύφορη κοιλάδα της Λάμαρης, το 1730 αριθμούσε περί τους 200 ένοπλους Έλληνες Αρβανίτες με τις οικογένειές τους και από τότε (1730) ο πληθυσμός αυξανόταν μέχρι περίπου το 1800, διότι και άλλοι Έλληνες κάτοικοι της Ηπείρου (Αρβανίτες και μη) προσέτρεχαν να ενταχθούν και να αφομοιωθούν στο σύστημα κοινωνικής και αμυντικής συνύπαρξης των Σουλιωτών. Βεβαίως, υπάρχουν σοβαροί ερευνητές, οι οποίοι τεκμηριώνουν έναρξη των συγκρούσεων των Σουλιωτών Ελλήνων Αρβανιτών με τους Τουρκαλβανούς Οθωμανούς, από το 1650, αλλά θα ήταν τελείως αντιφατικό να υποθέταμε, ότι υπήρξε κύμα προσφύγων, που κατέφυγε στην Εύβοια και ίδρυσε τον οικισμό Λάμαρη από το 1714 ή κατά το 1730, όταν από το 1731 μέχρι το 1792, οι Σουλιώτες καταγράφουν αδιάκοπα μόνο επιτυχίες σε όλες τις συγκρούσεις τους με τους Οθωμανούς (Τούρκους, Αλβανούς και Τσαμουριώτες) και ο πληθυσμός των Σουλιωτών μέχρι το 1792 συνεχώς αυξανόταν. Φυσικά και δεν μπορώ να το αποκλείσω, κάποιες οικογένειες Ελλήνων Αρβανιτών της κοιλάδας της Λάμαρης Σουλίου να δέχθηκαν ισχυρότατες πιέσεις νωρίτερα και να αναγκάσθηκαν να φύγουν προς νότον. Όμως οι σποραδικές εξαιρέσεις δεν αναιρούν τον κανόνα, που θέλει το μεγάλο κύμα προσφύγων Ελλήνων Αρβανιτών από το Σούλι, να κατευθύνεται κυρίως προς νότο, λίγο πριν και μετά την ήττα του 1803 . Είναι πολύ συγκινητική η αγάπη του Δημητρίου Ηλία Κοκονού, για την ιδιαιτέρα του πατρίδα, την Λάμαρη Ευβοίας, αλλά η υποθετική αναφορά της φιλότιμης εργασίας του, στον δήθεν εποικισμό της Λάμαρης Ευβοίας από το 1714, δεν ευσταθεί και αυτοαναιρείται, όταν αιτιολογεί την κάθοδο και εποίκιση στην Εύβοια, από Λαμαριώτες του Σουλίου, με τα όσα διεδραματίσθηκαν στη περιοχή Σουλίου, μεταξύ 1790 και 1803.
— Ας δούμε όμως κάποια αδ
ιάσειστα ντοκουμέντα, για την ιστορική ύπαρξη της αρχικής Λάμαρης (κοιλάδας δυτικά – νοτιοδυτικά των βουνών του Σουλίου).
1.–Σύμφωνα με ιστορική έρευνα του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ του 1984 (σελίδα 88), για το «Δεσποτάτο της Ηπείρου της περιόδου 1267 – 1479, η κοιλάδα της Λάμαρης προϋπήρξε οποιασδήποτε περιγραφόμενης καθόδου Αλβανών και ήταν Βυζαντινοελληνική. Η αναφορά της περιγραφής στο σύγγραμμα, των 50 υπέρπυρων (Βυζαντινών χρυσών νομισμάτων που κυκλοφορούσαν από το 1100 έως το 1480) αποδεικνύει ότι η ονομασία της κοιλάδας της Λάμαρης Θεσπρωτίας, στην οποία από το 1600-1650 εγκαθίστανται Έλληνες Αρβανίτες πρόσφυγες, προϋπήρχε σε μεγάλο βάθος χρόνου.
2.– Από τη δημοσίευση της Αγγλικής http://en.wikipedia.org/wiki/Souliotes, βασισμένης σε τεράστιο αριθμό ιστορικών πηγών, οι σημαντικότερες – ισχυρότερες φάρες Αρβανιτών που υπήρχαν στη περιοχή του Σουλίου, πριν από τη τελική σύγκρουση με τον Αλί Πασά, ήσαν:
3.– Από Ελληνική έκδοση (Ακαδημίας Αθηνών) του βιβλίου του Άγγλου λοχαγού William Leake (αρχική έκδοση 1835), που ταξίδεψε στον (σημερινό) νομό Πρέβεζας, αλλά και Θεσπρωτίας, αμέσως μετά την πτώση του Σουλίου (1803), περιγράφει στις 5-8 Ιουλίου 1805, ότι ο Αλί Πασάς Ιωαννίνων, ανάθεσε το καπετανάτο της κοιλάδας της Λάμαρης, στον αρματολό Γιαννάκη του Γεωργίτσα, σαν διάδοχο στη θέση του πατέρα του.
4.– Από το βιβλίο κάποιου αγωνιστή του 1821, που υπογράφει ως «Π.Α.Π.» στις σελίδες 348 – 349, αναφέρεται με εκπληκτικό τρόπο, σε συμπλοκή Σουλιωτών με δυνάμεις του διοικητή της Πρέβεζας Ταχίρ Παπούλια (!!!) στη περιοχή Λάμαρης Θεσπρωτίας!!! «….Την 3 δε του μηνός Μαϊου (1821) Σουλιωτικόν σώμα, συμπλακέν στη Λάμαρη (Ηπείρου) μετά του τότε (Οθωμανού) διοικητή της Πρέβεζας ΤΑΧΙΡ ΠΑΠΟΥΛΙΑ, τον οποίον κατεδίωξε μέχρι τη Πρέβεζα. Όταν δε, αυτός (ο ΤΑΧΙΡ ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ), επετόλμησε να βγει από τη Πρέβεζα, για να εκδικηθεί τους Σουλιώτες, τους συνάντησε γύρω από το χωριό του Κάντζα, στο οποίο έγιναν πολύωρες μάχες, στο τέλος των οποίων νικάται και συλλαμβάνεται αιχμάλωτος ο αναφερθείς (πιο πάνω) ΠΑΠΟΥΛΙΑΣ, μετά τετρακοσίων περίπου στρατιωτών (του) Αλβανών και Τσάμιδων.
=== Τους αιχμαλώτους εκείνους, οι νικητές (Σουλιώτες) τους οδήγησαν στο Σούλι, όπου τους χρησιμοποίησαν σε εργασίες στα γύρω χωράφια και για να σπέρνουν, σαν αντάλλαγμα της τροφής που τους χορηγούσαν (οι Σουλιώτες)….. ….. …..
=== Πιστεύω, ότι τα τέσσερα (4) παραπάνω αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία, είναι αρκετά για να αποδεχθούμε, ότι η περιοχή της αρχικής Λάμαρης, είναι μια εύφορη κοιλάδα, προέκταση δυτικά των βουνών του Σουλίου, που την κατείχαν έως το 1803 οι Σουλιώτες Έλληνες Αρβανίτες και χρησίμευε για να τροφοδοτεί τους Σουλιώτες με τα αναγκαία τρόφιμα. Η Λάμαρη υπήρξε και στο Βυζάντιο έχουσα μακρόχρονη ιστορία, αλλά ήταν αρκετή η εν τέλει παράδοση των χωριών του Σουλίου στον βάρβαρο Τουρκαλβανό Αλί Πασά το 1803, για να οδηγηθούν στην προσφυγιά χιλιάδες Σουλιώτες. Όταν δε, λέμε Σουλιώτες, εννοούμε τους κατοίκους όλων των χωριών της Σουλιώτικης Συνομοσπονδίας.
Καθ΄ όσον αφορά την από το 1803 οριστικά χαμένη πατρίδα των Λαμαριωτών (του Σουλίου), αυτοί λόγω της μεγαλύτερης πίεσης που δέχονταν στους πολέμους, φυσικό θα ήταν να άρχισαν νωρίτερα απ΄ όλους την προς νότον και δυσμάς μετανάστευσή τους. Έτσι, ένα μέρος εξ΄ αυτών, εγκαταστάθηκε στη βορειοκεντρική Εύβοια και ίδρυσε τον οικισμό Λάμαρη Ευβοίας, ενώ ένα άλλο μικρό τμήμα προσφύγων, πέρασε δυτικά απέναντι στην Ιταλία (Lammari, Capannori, 55013 LU, Italia), όπου επίσης ίδρυσε αντίστοιχο οικισμό με το όνομα της χαμένης πατρίδας Λάμαρης.
=== ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΓΙΑ «ΛΑΜΑΡΗ» ΕΥΒΟΙΑΣ.
— Από τα παραπάνω ντοκουμέντα, αβίαστα μπορούμε να καταλήξουμε στα παρακάτω ασφαλή συμπεράσματα:
1.– Η περιοχή της κοιλάδας της Λάμαρης Θεσπρωτίας, έχει πολύ μεγάλο χρονικό βάθος και η ονομασία της «χάνεται» στα χρόνια της Βυζαντινής περιόδου της Ηπείρου.
2.– Στα χρόνια της Σουλιώτικης ακμής επί Τουρκοκρατίας, η περιοχή τηςκοιλάδας της Λάμαρης (και των βουνών του Σουλίου φυσικά) εποικίσθηκε από Έλληνες Αρβανίτες κλπ Βορειοηπειρώτες, ιδιαίτερα από το 1730 τουλάχιστον αλλά και νωρίτερα. Η κοιλάδα της Λάμαρης Θεσπρωτίας ήταν στρατηγικής σημασίας για τους Σουλιώτες, οι οποίοι έκαναν τα πάντα για να την κατέχουν, ώστε να εξασφαλίζουν τρόφιμα, αλλά και για να έχουν εξόδους προς το Ιόνιο, όπου από Ελληνικά πλοία εξασφάλιζαν πολεμοφόδια και άλλα αναγκαία αγαθά.
3.– Η κοιλάδα της Λάμαρης Θεσπρωτίας ήταν στρατηγικής σημασίας τόπος και για τους Τουρκαλβανούς, οι οποίοι κατέβαλαν βαρύτατο τίμημα αίματος, στους συνεχείς πολέμους με τους Σουλιώτες. Οι Τουρκαλβανοί ήξεραν, ότι αν κατείχαν τη κοιλάδα της Λάμαρης, οι αποκομμένοι Έλληνες Αρβανίτες Σουλιώτες, αργά ή γρήγορα, θα ηναγκάζοντο να παραδοθούν.
4.– Από τους πολλούς πολέμους, από το 1730 (τουλάχιστον) μέχρι το 1803, μεταξύ Τουρκαλβανών (των Τσάμηδων συμπεριλαμβανομένων) εφενός και Ελλήνων Αρβανιτών Σουλιωτών αφετέρου, αργά αλλά σταθερά τα χωριά της κοιλάδας της Λάμαρης Θεσπρωτίας καταστρέφονταν και η καταστροφή τους δημιουργούσε κύματα προσφύγων Ελλήνων Αρβανιτών και λοιπών Ηπειρωτών, καθώς και των ολιγότερων Αρωμανιόβλαχων (Ρουμανόβλαχων) με Ελληνική συνείδηση, που υπήρχαν σε πολύ μικρούς αριθμούς στα Σουλιωτοχώρια και συμπολεμούσαν στο πλευρό των Σουλιωτών. Το μεγάλο κύμα προσφύγων αυτής της περιόδου, καταγράφεται από το 1780 και κορυφώνεται το 1803 με τη παράδοση του Σουλίου στον Αλί Πασά. Οι πρόσφυγες Έλληνες Αρβανίτες Σουλιώτες κατευθύνονταν (όπως και τη πρώτη περίοδο 1450-1550 των αρχικών Αρβανιτών της Βορείου Ηπείρου, προς Θεσσαλία, προς Στερεά και Εύβοια, προς Πελοπόννησο και νησιά Αιγαίου, προς Κέρκυρα. Μέσω κυρίως της Κέρκυρας, αρκετοί Αρβανίτες πέρασαν απέναντι στην Ιταλία. Από την αντίθετη πλευρά, μπορούμε να διακρίνουμε πολύ μικρές μετακινήσεις στη Σμύρνη και στη Κωνσταντινούπολη.
5.– Η Λάμαρη Ευβοίας είναι οικισμός που δημιουργείται στη βορειοκεντρική Εύβοια σταδιακά, κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα που αργοπεθαίνει η κοιλάδα της Λάμαρης Θεσπρωτίας, εξ αιτίας των συνεχών πολέμων των Τουρκαλβανών του Αλί Πασά κατά των Σουλιωτών. Αυτό το χρονικό διάστημα δεν μπορεί να έχει σχέση με τη περίοδο 1730-1780, όπου παρατηρείται αύξηση πληθυσμού και στρατιωτικής ισχύος των Σουλιωτών, όταν και οι Σουλιώτες είχαν την δύναμη να κυνηγούν τους Τουρκαλβανούς μέχρι τα Ιωάννινα. Την περίοδο 1780-1792 έχουμε μεν νίκες των Ελλήνων Σουλιωτών, αλλά έχουμε και τα σημάδια των πληγών από τους πολέμους να βαθαίνουν, πρωτίστως για τους πεδινούς Λαμαριώτες.
6.– Προϋπαρχούσης της Λάμαρης Θεσπρωτίας, ως περιεγράφη αναλυτικά παραπάνω σε μεγάλο βάθος χρόνου, προεποικισθείσσης από Έλληνες Αρβανίτες και ολίγους Ελληνόψυχους Αρωμανιόβλαχους (Ρουμανόβλαχους), είναι προφανές, ότι οι έποικοι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στους βόρειους-βορειοανατολικούς πρόποδες της Δίρφυος Ευβοίας, προέρχονταν από την κοιλάδα της Λάμαρης Σουλίου Θεσπρωτίας. Δεν θα ήταν απλώς παράδοξον αλλά και παράλογο και αδικαιολόγητο, να κατέφθαναν στον νέο τόπο πρόσφυγες από περιοχή εκτός Λάμαρης Σουλίου και να έδιναν στη νέα ιδιαίτερη πατρίδα τους, την ονομασία της Λάμαρης. Μόνο η κοινή καταγωγή των νέων εποικιστών, δικαιολογεί την ίδια ονοματοδοσία, προς τιμήν και εις ανάμνηση της καταγωγής τους.
7.– Εκ των παραπάνω, μπορούμε να καταλήξουμε και στο ασφαλές τελικό συμπέρασμα, ότι οι Λαμαριώτες της Εύβοιας, είναι Έλληνες Αρβανίτικης (εξ Αρβάνου) καταγωγής Σουλιώτες-Λαμαριώτες που κατέφυγαν ως πρόσφυγες στην Εύβοια.
— ΣΤΡΟΠΩΝΕΣ (αρχική επίσημη ονομασία «αι Στρόπωναι» —> ενικός= η Στρόπωνη)
Εδώ είναι τα δύσκολα. Ένα σπάνιο τοπωνύμιο σε μια υπέροχα όμορφη περιοχή της Ευβοίας, για το οποίο οι εμπνευστές ονοματοδότες προ-προπάπποι ημών των Στροπωνιάτικης καταγωγής, δεν φρόντισαν να καταγράψουν, το από που εμπνεύσθηκαν αυτό το μοναδικό στην Ελλάδα όνομα. Ένα όνομα άριστα ελληνοποιημένο σε αρχαΐζουσα μορφή, του οποίου η ρίζα όπως την βλέπουμε δεν είναι Ελληνική. Επίσης μετά από τεράστια έρευνα, έχω πεισθεί, ότι η ρίζα (Στροπ-, ή Στρόπων-, ή Strop-, ή Stropon-) δεν είναι ούτε Αλβανική!!!!!
Το πλάτιασμα είναι αναγκαίο, για να αποκλεισθούν λάθη και παραλογισμοί, στις θεωρίες προέλευσης της ονομασίας.
Μπορούμε με σιγουριά να πούμε, ότι δεν υφίσταται το όνομα κάποιου αρχηγού φάρας, εκ του οποίου να προέκυψε το όνομα Στρόπωναι (-ες).
Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, ότι δεν αναμεταδόθηκε ποτέ από γενιά σε γενιά, κάποιος θρύλος, περί αντίστοιχου ονόματος κάποιου άλλου πρώτου εποικιστή της τοποθεσίας.
Με την έναρξη της επαναστάσεως του 1821, «αι Στρόπωναι» (-ες) υπήρξαν ως οικισμός στην κεντρική Εύβοια, αλλά δεν… προϋπήρξαν και δεν αναφέρονται προεπαναστατικά πουθενά. Αυτό σημαίνει ότι είναι ένα νέο σχετικά χωριό, που άρχισε να δημιουργείται μετά το 1805-1810, αλλά είναι ξεκάθαρο, ότι από την αρχή είχε αυτό το όνομα χωρίς να προϋπάρχει κάτι άλλο, εκ του οποίου να προέκυψε, δια της παραφθοράς (σε βάθος χρόνου), μιας τυχόν παλαιάς ονομασίας.
Η προέλευση του ονόματος «αι Στρόπωναι (-ες)» απασχόλησε κατ΄ αρχήν διάφορους ταξιδευτές, οι οποίοι και μετέδωσαν την έγνοια τους και στις 2 ή 2,5 τελευταίες γενιές Στροπωνιατών. Ο πατέρας μου (Αθανάσιος Αρβανίτης του Ιωάννου) τέτοια έγνοια δεν είχε και στο μπακάλικό του στη Χαλκίδα, είχε βάλλει φαρδιά – πλατιά τον διακριτικό τίτλο στην ταμπέλα «Οπωροπαντοπωλείον αι Στρόπωναι» !!!!!! Όμως προκλήθησαν συζητήσεις και το θέμα ήταν αδύνατον να μην αρχίσει να απασχολεί κι΄ εμάς τους Στροπωνιάτες. Η σύγχυση μεγαλώνει, με τη λανθασμένη χρήση από μερικούς τα τελευταία χρόνια, του αρσενικού «τους Στρόπωνες» ή «στους Στρόπωνες» ενώ η ονομασία εξ αρχής ήταν γένους θυλικού. Δοκιμάστε να το αποδόσετε στον ενικό, ως αρσενικό ή ουδέτερο όνομα και θα καταλάβετε την αστοχία (ο Στρόπωνος;… το Στρόπωνο;…).
Έψαξαν…. Έψαξαν;;; Οι ερευνητές πάσης φύσεως, μή έχοντες καμίαν εκδοχή, μήτε παραφθορά από μακροχρόνια χρήση ονόματος, κατασκεύασαν μία εκ του προχείρου υπόθεση, χωρίς να δώσουν λογαριασμό σε κανέναν. Έκαναν αφελώς εν μιά νυκτί το «Στρόπωναι» ή «Στρόπωνες» σε στροπώνω, την ίδια ακριβώς νύκτα σε «τροπώνω» και αύθις σε… «τρυπώνω» και κατ΄ ευθείαν αντιστρέφουν την εντέχνως κατασκευασθείσα θεωρία, για να πουν με «σοφία» πως μπορεί να προέκυψαν «αι Στρόπωναι» ή «οι Στρόπωνες.» Δια να δικαιολογήσουν δε το… αδικαιολόγητο της ανυπαρξίας χρόνου εξελίξεως της τυχόν παραφθοράς ονόματος, διεκόσμησαν την ανυπαρξία έρευνας, με την «έμπνευση» ότι η περιοχή είναι γεμάτη χαράδρες, που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως… τρύπες (=κρυψώνες – για να τρυπώνουν) σε όσους καταδιώκονταν από τους Τούρκους!!!
ΔΥΣΤΥΧΩΣ, επειδή δεν υπάρχει μέχρι σήμερα καμία γνώση δια την προέλευση της ονομασίας, άρχισαν και οι Στροπωνιάτες να «μουρμουρίζουν» αυτή την «πιθανήν» …απίθανη εκδοχή. Πρέπει να παραδεχθούμε, ότι οι προ-προπαππούδες μας μπορεί να αποδείχθηκαν αμελείς, όμως μιλούσαν άριστα την Ελληνική γλώσσα, είχαν διασχίσει την μισή Ελλάδα με πολλές δύσβατες περιοχές, είχαν άριστη γνώση του περιβάλλοντος χώρου, και δεν ήσαν τόσο άσχετοι, ώστε να θέλουν να ονομάσουν το χωριό… «Τρύπες» ή «Τρούπες» και να το προφέρουν αυτοστιγμή…. «Στρόπωνες» πέρα από κάθε λογική. ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ, αν έκαστος εξ ημών, αποκλείει εαυτόν, από ανάλογο λάθος, τότε υποχρεούται να αποκλείσει από τέτοιο λάθος και τους προ-προπαππούδες μας.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΤΡΟΠΩΝΕΣ ΕΥΒΟΙΑΣ
Οι Στρόπωνες (καθαρεύουσα: αι Στρόπωναι) έχουν περίπου 600 κατοίκους και βρίσκονται στην ανατολική πλαγιά του όρους Δίρφυς στη κεντρική Εύβοια. Στην δυτική πλαγιά της Δίρφυος βρίσκεται το χωριό Στενή, με την οποία συνδέονται οδικώς. Συνδέονται επίσης οδικώς με Κύμη, Λάμαρη, Κουτουρλομετόχι, Παραλία Παναγίας Χιλιαδούς. Μέσω Κύμης και Στενής, οι Στρόπωνες συνδέονται με πόλεις και χωριά της υπόλοιπης Ευβοίας.
Μέχρι το 1975 τουλάχιστον, το οδικό δίκτυο που συνέδεε τις Στρόπωνες με την Στενή, την Κύμη και τα κοντινά χωριά, ήταν τρισάθλιο, γεμάτο στροφές χωματόδρομοι, οι οποίοι στο μεγαλύτερο μέρος τους καταστρέφονταν στη μακρά χειμερινή περίοδο. Αυτό το τρισάθλιο και υπέρ του δέοντος κοπιαστικό δίκτυο χωματόδρομων, υπήρχε από το 1800, επί του οποίου μετά το 1940 έγιναν κάποιες διαπλατύνσεις, για να διέρχονται μεσαίου μεγέθους φορτηγά αυτοκίνητα.
Οι κάτοικοι των Στροπώνων Ευβοίας είναι γεωργοκτηνοτρόφοι. Εδώ κατ΄ ανάγκην αποδοκιμάζω κάποιους, οι οποίοι περιγράφουν αυτόν τον δύσβατο ακόμα και σήμερα τόπο, ως πλούσιο. Στις Στρόπωνες τα χωράφια είναι βαθμιδωτά σε πλαγιές και για οτιδήποτε παράγεται εκεί, πρωταγωνιστικό ρόλο παίζει η χειρονακτική εργασία και η χρήση ζώων, αφού η ευρεία χρήση μηχανημάτων είναι σχεδόν αδύνατη. Υπάρχει πλούσια βιοποικιλότητα, αλλά στις Στρόπωνες κανένας δεν πλούτισε από γεωργία ή και κτηνοτροφία, αφού η διαμόρφωση του εδάφους δεν επιτρέπει αξιόλογες αυξήσεις γεωργικής παραγωγής, τα δε αιγοπρόβατα μετακινούνται δύσκολα στις απότομες βουνοπλαγιές. Παράγονται κυρίως κεράσια, κάστανα, καρύδια, τυριά, και σε μικρότερες ποσότητες (λόγω μακράς διάρκειας του χειμώνα) τομάτες, φασόλια, κρεμύδια, πατάτες, σταφύλια κλπ οπωρολαχανικά. Απουσιάζω αρκετά χρόνια από την Εύβοια, αλλά δεν μπορεί να έχουν αλλάξει πολλά από την μέχρι το 1970 εποχή. Μέχρι το 1965, για να μεταφέρουν κάθε Δευτέρα στη Χαλκίδα αγροτοκτηνοτροφικά προϊόντα οι Στροπωνιάτες και οι Λαμαριώτες, φόρτωναν από την Κυριακή τα μουλάρια τους και σε καραβάνι, ταξίδευαν όλη τη νύχτα, για να φτάσουν τη Δευτέρα κατά τις 8 το πρωΐ στη αγορά της Χαλκίδας. Κατάκοποι, μετά τις 4 το απόγευμα, μάζευαν και φόρτωναν τις κοφίνες στα μουλάρια και επέστρεφαν στα χωριά. Αυτή η δραστηριότητα και η ιδιοκατανάλωση, δεν ήσαν αρκετά για να επιβιώνουν νοικοκυριά με 5, 6 ή 7 παιδιά. Άλλοι αναγκάζονταν να σκαρφαλώνουν σε βραχώδεις πλαγιές για να συλλέγουν τσάϊ, ρίγανη και άλλα αρωματικά φυτά και βότανα. Άλλοι συνέλεγαν χαμόμηλο στους κάμπους δεκάδες χιλιόμετρα μακριά, ή ρυτίνη από τα πεύκα. Άλλοι έφευγαν για 3 μήνες και ξενοδούλευαν σε περιοχές Αττικής, Βοιωτίας, Θεσσαλίας, Πελοποννήσου, όπου υπήρχε ζήτηση εργατικών χειρών για καρποσυλλογή διάφορων προϊόντων. Ακόμα και στη Κρήτη πήγαιναν για το μάζεμα της ελιάς. Το ότι οι Στρόπωνες έχουν βιοποικιλότητα, αλλά η ανεπάρκεια παραγωγής, που δεν τους βοηθά στην κάλυψη σύγχρονων αναγκών, το μαρτυρά και η στασιμότητα του αριθμού των μόνιμων κατοίκων. Η δρομολόγηση από το 1960 περίπου ενός φορτηγού και ενός λεωφορείου 30 θέσεων από τον Τσώκο, βοήθησε στη μεταφορά κατοίκων και προϊόντων στη Χαλκίδα, αλλά δεν συνέβαλε σε ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας του χωριού. Για τους επιβάτες το δρομολόγιο Στρόπωνες – Χαλκίδα και αντίστροφα, ήταν ένα μαρτύριο, λόγω της δύσκολης διαδρομής, ιδιαίτερα στο τμήμα Στενή – Στρόπωνες.
— Η ΣΤΡΟΠΑΝΗ (STROPANI ή STROPAN) ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ (ΝΟΤΙΟΥ ΑΛΒΑΝΙΑΣ)
Κατά την άποψή μου, η ονομασία «αι Στρόπωναι» ή «οι Στρόπωνες» δεν μπορεί να έχει, καμία σχέση σε κατά φαντασία, τρύπες ή έστω τρούπες.
Ξέρω ότι πολλά τοπωνύμια του Σουλίου και παλαιότερα των Αρβάνων, από όπου θα μπορούσε να είχε προκύψει δάνειος λέξη, εις ανάμνηση της προηγούμενης καταγωγής εκδιωχθέντων, ΕΧΟΥΝ ΑΞΑΦΑΝΙΣΘΕΙ και δεκάδες τοπωνύμια, τόσο του Σουλίου όσο και των Αρβάνων έχουν εξαφανισθεί. Να σκεφθούμε σοβαρά, το ότι αν δεν υπήρχαν κάποιες ιστορικές καταγραφές, σήμερα δεν θα ξέραμε τίποτα για το Άρβανον και τα χωριά των Αρβάνων, για τα οποία οι Γκέκηδες Αλβανοί φρόντισαν να μην αφήσουν λίθον επί λίθου, για να μη μπορέσουν να επανέλθουν οι εκδιωχθέντες Αρβανίτες στα Άρβανα. Οι απόγονοι των Γκέκηδων, προπαγανδίζουν σήμερα το Γκέκικο χωριό Arber, ως δήθεν κοιτίδα προέλευσης των Αρβανιτών.
Αρκετά χρόνια αργότερα, ο Αλί Πασάς των Ιωαννίνων, ακόμα και τα χωριά του Σουλίου, που περί το 1700 ήσαν 4 (τετραχώρι), που έγιναν 7 (επταχώρι), που αυξήθησαν σε είκοσι και απαριθμήθηκαν εν τέλει σε 114 απόλυτα ελεγχόμενα από τη Σουλιώτικη συνομοσπονδία μέχρι το 1792!!!!! με την ίδια γενοκτονική πρακτική τα ξεθεμελίωσε και εξαφάνισε ονομασίες, στο διάστημα από το 1803 έως το 1821, με την ίδια -ως άνω- γενοκτονική πρακτική της ισοπέδωσης των Ελληνοβυζαντινών Αρβάνων, για να μην επανέλθουν οι εναπομείναντες Έλληνες Σουλιώτες (Αρβανίτες) στο Σούλι.
Αυτές οι πραγματικές ιστορικές συνθήκες, δεν μπορούν να αγνοηθούν, ώστε να γίνουν κατανοητές οι δυσκολίες, στην πραγματική έρευνα, εντοπισμού πιθανής ονομασίας χαμένης πατρίδας της περιοχής του Σουλίου, ή της περιοχής των Αρβάνων της Βορείου Ηπείρου (Νοτίου σημερινής Αλβανίας), προς τιμήν και εις ανάμνηση της οποίας δόθηκε η ονομασία «Στρόπωνες» από τους Έλληνες Αρβανίτες εποικιστές του νέου (το 1805-1810) χωριού της κεντρικής Ευβοίας.
Αυτήν την εκδοχή την ερευνώ περισσότερο από τρία χρόνια, παράλληλα με άλλες εκδοχές γραμματολογικών ερμηνειών. «Χτενίζοντας» αναλυτικούς χάρτες Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων και της σημερινής Νοτίου Αλβανίας, εκμεταλλευόμενος και τους υπεραναλυτικούς χάρτες της Google και του Big, προσπάθησα να βρω ίχνη και ομοιότητες τοπωνυμίων. Φαντάζεστε την έκπληξή και την ταραχή μου, όταν στην Νότιο Αλβανία, στο θεωρητικό νότιο άκρο της περιοχής των πρώην Αρβάνων, «ανακάλυψα» χωριό με το όνομα Στρόπαν (Stropan) ή Στρόπανη (Stropani); Στην Ελληνική γλώσσα, είναι συχνό το φαινόμενο, το «μακρόν α» να μεταπίπτει σε «ω» και αντίστροφα, οπότε (βιαστικά) υπέθεσα, ότι η Στρόπανη της Αλβανίας αντιστοιχεί σε Στρόπωνη, τον ενικό του πληθυντικού «Στρόπωνες» της Ευβοίας.
===ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΘΑ ΣΥΝΕΧΙΣΘΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΘΕΙ
— Ο Στέφανος Ούρος Δ΄ Δουσάν (βασιλεύς ή κράλης ή καίσαρας ή αυτοκράτορας) της Σερβίας γεννήθηκε το 1308 και πέθανε το 1355. Θεωρείται από τους Σέρβους σαν ο σημαντικότερους ηγέτης της ιστορίας τους. Πατέρας του ήταν ο βασιλιάς της Σερβίας Ούρος Γ΄ και μητέρα του η Θεοδώρα Σμίλετς της Βουλγαρίας (η οποία ήταν κόρη του αυτοκράτορα της Βουλγαρίας Σμίλετς).— ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΗΜΕΙΩΘΕΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ, ότι το πρώτο αυτόνομο Σερβικό κράτος δημιουργήθηκε τον 9ο αιώνα με τις ευλογίες της… Βυζαντινής αυτοκρατορίας και η ίδια Βυζαντινή εύνοια επαναλήφθηκε το 1217, όταν το βασίλειο της Σερβίας έγινε ανεξάρτητο, υπό την δυναστεία της οικογένειας Νεμάνια (Nemanjić). Αυτή η οικογένεια αποδείχθηκε ιστορικά, ότι είχε αντιγράψει όλα τα στραβά κι΄ ανάποδα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και εν τέλει έδειξε την μέγιστη δυνατή αχαριστία της στην ευεργέτιδά της.
— Ο τρόπος που ανήλθε στον Σέρβικο θρόνο ο κράλης Στέφαν Ούρος Δ΄ Δουσάν, δεν διαφέρει σε τίποτα από τις μεθόδους ανόδου όλων των προκατόχων και διαδοχικών μελών της οικογένειας Νεμάνια (Nemanjić). Έγιναν υπερβολικά πολλοί πόλεμοι και δολοφονίες μεταξύ μελών της οικογένειας για την κατάληψη του θρόνου!!!
Από το 1314 μέχρι το 1320, η οικογένεια ζει εξόριστη στην Κωνσταντινούπολη, με εντολή του παππού Στεφάνου Ούρου Β΄ Μιλούτιν, να τυφλωθεί ο γιος του και πατέρας του Στεφάνου Ούρου του Δ΄, Ούρος Γ΄. Στην Κωνσταντινούπολη ο Στέφαν Ούρος ο Δ΄ έμαθε ελληνικά και τον Βυζαντινό πολιτισμό και εξοικειώθηκε στον βυζαντινό τρόπο ζωής, και ήταν σε συνεχή επαφή με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία (εξουσία). Οι Σέρβοι και φιλοσέρβοι βιογράφοι του, τον περιγράφουν σαν ένα πανύψηλο εντυπωσιακό άνδρα, με στρατιωτική συμπεριφορά, που δεν τα πήγαινε καλά με τη διπλωματία. Σε νεαρή ηλικία συμμετείχε σε δύο κρίσημες μάχες, όπου τον αναγορεύουν νικητή. Το 1329 νίκησε τον Βόσνιο πρίγκηπα Stephen ΙΙ Kotromanić, και το 1330 τον Βούλγαρο αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ Σισμάν στην Μάχη της Velbazhd. Όμως ο πατέρας του Ούρος ο Γ΄ διόρισε τον ανιψιό του Ιβάν Στεφάνου (μέσω Άννας Νέδα ) στο θρόνο της Βουλγαρίας στην Αύγουστος 1330.
=== ΣΕΡΒΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ (ΓΙΟΥ ΚΑΤΑ ΠΑΤΡΟΣ) – ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΚΑΙ ΣΤΕΨΗ ΤΟΥ ΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝ ΟΥΡΟΥ Δ΄ ΝΤΟΥΣΑΝ
Αμέσως μετά την μάχη της Velbazhd, ο πατέρας Ούρος ο Γ΄ είχε την ευκαιρία να επιτεθεί στους Βυζαντινούς, αλλά επέλεξε να περιμένει, για να μην δυσαρεστήσει πολλούς Σέρβους ευγενείς, οι οποίοι ζητούσαν να επεκταθεί προς το νότο. Από τις αρχές του 1331, ο Ντούσαν ήρθε σε πολεμική σύγκρουση με τον πατέρα του, με την κάθε πλευρά να κατηγορεί τους αριστοκράτες σύμβουλους του άλλου. Σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στον Ντούσαν, έφταιγαν οι κακοί σύμβουλοι που έστρεψαν τον Ούρο Γ΄ εναντίον του γιου του, ο οποίος αποφάσισε να αφαιρέσει από τον γιο κάθε τίτλο και να αποκληρώσει τον Ντούσαν. Ο Ούρος Γ΄ έστειλε στρατό στην Ζέτα εναντίον του γιου του και λεηλάτησε την Σκόδρα, αλλά ο Ντούσαν πρόλαβε και διέφυγε. Ακολούθησε μια ολιγόμηνη περίοδος αβεβαιότητας και ακυβερνησίας σε πολλές περιοχές της Σερβίας, και τελικά πατέρας και γιος υπόγραψαν ειρήνη τον Απρίλιος του 1331. Τρεις μήνες αργότερα, ο Ούρος Γ΄ διέταξε τον γιο του Ντούσαν να τον συναντήσει. Ο Ντούσαν φοβόταν για τη ζωή του και οι σύμβουλοί του, τον έπεισαν να αρχίσει νέο πόλεμο. Πράγματι ο Ντούσαν ξεκίνησε από την Σκόδρα κατά του Nerodimlje, όπου πολιόρκησε τον πατέρα του. Ο Ούρος Γ΄ τράπηκε σε φυγή, και ο γιος του Ντούσαν κατέλαβε την εξουσία και έγινε αρχηγός της δυναστείας. Συνέχισε να καταδιώκει τον πατέρα του, και τον έφτασε κοντά στο Πέτριτς (Πετρίτσι). Στις 21 Αυγούστου 1331 ο Ούρος Γ΄ παραδόθηκε στον γιο του, ο οποίος τον έκλεισε στη φυλακή. Ο Ντούσαν στέφεται βασιλιάς όλων των Σέρβων και των Νησιώτικων εδαφών (Αδριατικής) την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου 1331.
— Ο εμφύλιος πόλεμος είχε εμποδίσει τη Σερβία να παρέχει βοήθεια και στήριξη στον Ιβάν Στεφάνου και την Άννα Νέδα της Βουλγαρίας, οι οποίοι είχαν καθαιρεθεί τον Μάρτιο του 1331, και κατέφυγαν στα βουνά. Ο Ιβάν Αλεξάντερ της Βουλγαρίας φοβόταν πλέον ότι κινδυνεύει και από την Σερβία, αφού ο σύμμαχός του ηττήθηκε από τον γιο του. Ζήτησε αμέσως υπογραφή ειρήνης με τον νέο Σέρβο βασιλιά Ντούσαν. Τόσο ο Ντούσαν όσο και ο Ιβάν Αλεξάντερ είχαν βλέψεις στα πλουσιότερα εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Έτσι, δεν δυσκολεύτηκαν να τα βρουν και τον Δεκέμβριο του 1331 υπόγραψαν ειρήνη και συμμαχία, με σχετική υποτέλεια της Βουλγαρίας, αλλά και αναγνώριση του Ιβάν Αλεξάντερ ως βασιλιά της Βουλγαρίας. Οι συμφωνίες επισφραγίστηκαν με το γάμο του Ντούσαν με την Ελένη της Βουλγαρίας, την αδελφή του Ιβάν Αλεξάντερ.
Τον Δεκέμβριο του 1331 ο Στέφαν Ούρος Δ΄Ντούσαν, άρχισε και τις επιδρομές στη Βυζαντινή Μακεδονία. Σαφώς ήταν ένας κλεφτοπόλεμος φθοράς, που δεν ταιριάζει με τους τίτλους που αυτοπροβλήθηκε και επιβλήθηκε ο βασιλιάς της Σερβίας. Αυτό μπορούσε να κάνει και αυτό έκανε. Μεγάλη επίθεση κατά του Βυζαντίου δεν μπορούσε να αρχίσει, αφενός διότι το 1332 ο Ντούσαν έπρεπε να καταστείλει τις εξεγέρσεις στη Ζέτα (σημερινή βόρεια Αλβανία) και αφετέρου δεν διέθετε ναυτικές δυνάμεις. Πέρα από τη συνολική αχαριστία του Σέρβου βασιλιά προς το Βυζάντιο, εδώ φάνηκε σε όλο της το μεγαλείο, η αχαριστία του Ντουσάν στους άρχοντες και στους αλβανούς κατοίκους της Ζέτας οι οποίοι του συμπαραστάθηκαν και τον βοήθησαν στα δύσκολα, ενώ αυτός ξέχασε να υλοποιήσει όσα τους είχε υποσχεθεί για ανταμοιβές και επέκταση επιρροής τους. Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, ο «μέγας» Στέφαν Ούρος Δ΄Ντούσαν χρειάστηκε να σπαταλήσει ολόκληρο το 1332, για να καταστείλει την εξέγερση της Ζέτας (βόρεια σημερινή Αλβανία).
Από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του (1334), ο Ντούσαν ξεκίνησε τους πολέμους φθοράς κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, οι οποίοι με μικρές διακοπές, συνεχίστηκκαν μέχρι το θάνατό του το 1355.
Το 1336 είχε δύο αμυντικές επιτυχίες σε συγκρούσεις με τους Ούγγρους. Στην αρχή ο στρατός του Ντουσάν νικήθηκε από τον ισχυρό βασιλικό στρατό 80.000 ανδρών του Καρόλου Α΄ της Ουγγαρίας στο Sumadija. Όταν οι Ούγγροι προχώρησαν βαθύτερα στις λοφώδεις περιοχές, το ιππικό του Ντούσαν ξεκίνησε την αντεπίθεσή του με αποτέλεσμα μια σερβική νίκη και οι Ούγγροι εκδιώχθηκαν. Ο Κάρολος Α’ της Ουγγαρίας πληγώθηκε από ένα βέλος, αλλά επέζησε. Επίσης οι «Σέρβοι» απέκρουσαν και τις υποτελείς στην Ουγγαρία δυνάμεις της Κροατίας και της Βοϊβοντίνας.
— Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
Στον εμφύλιο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ο Σέρβος κράλης ή βασιλιάς Ντούσαν και ο υποτελής σε αυτόν σύμμαχός του Ιβάν Αλεξάντερ της Βουλγαρίας πήραν αντίθετες πλευρές στη σύγκρουση, αλλά παρέμειναν στη μεταξύ τους ειρήνη, προφανώς για να εκμεταλλευτούν τον Βυζαντινό εμφύλιο πόλεμο, ώστε να εξασφαλίσουν κέρδη για τον εαυτό τους. Όταν πέθανε ο βυζαντινός αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ’ το 1341, άφησε τον δεκάχρονο γιο του, Ιωάννη Ε’, στον θρόνο. Αντιβασιλείς του Ιωάννη Ε’ ήταν ο Ιωάννης ΣΤ’ Καντακουζηνός, η μητέρα του Αυτοκράτορα Άννα της Σαβοΐας, καθώς και ο Πατριάρχης Ιωάννης ΙΔ’ Καλέκας. Η αντιπαλότητα μεταξύ του Καλέκα και του Καντακουζηνού οδήγησε σε καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος έληξε με νίκη του Καντακουζηνού, ο οποίος εισήλθε θριαμβευτής στην Κωνσταντινούπολη το 1347. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, οι βουβώνες, οι σεισμοί και οι επιδρομές των Οθωμανών συνεχίστηκαν μέχρι τη στιγμή που η Φιλαδέλφεια ήταν η μόνη επαρχία των Βυζαντινών στη Μικρά Ασία – αν και οι Βυζαντινοί αναγκάζονταν να πληρώνουν φόρο υποτέλειας για να διατηρήσουν την πόλη. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, οι δύο πλευρές προχώρησαν στη μίσθωση Σέρβων και Τούρκων στρατιωτών, αφήνοντας τα περισσότερα εδάφη της Μακεδονίας κατεστραμμένα και εγκαταλειμμένα στα χέρια των Σέρβων!!! Μετά τη νίκη του, ο Καντακουζηνός βασίλευσε ως συναυτοκράτορας του ανήλικου Ιωάννη Ε’.
Οι συστηματικές επιδρομές του Σέρβου Στέφαν Ούρου Δ΄ Ντούσαν ξεκίνησαν το 1342 και στο τέλος (1355) είχε κατακτήσει όλα τα βυζαντινά εδάφη στα Δυτικά Βαλκάνια μέχρι την Καβάλα, εκτός από την Πελοπόννησο και τη Θεσσαλονίκη, την οποία δεν μπορούσε να κατακτήσει επειδή ο στόλος του ήταν πάρα πολύ μικρός. Οι κατακτήσεις του δεν είχαν σταθερότητα και συχνά αναγκαζόταν να μετακινείται για να καταστείλει εξεγέρσεις. Οι άνθρωποι (αυλή) του Ντουσάν διέδιδαν, ότι απώτερος στόχος του ήταν, να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη και να αντικαταστήσει την παρηκμασμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, με μια ενωμένη Ορθόδοξη Ελληνο-Σερβική Αυτοκρατορία υπό τον έλεγχό του. Τον Μάιο του 1344, ο διοικητής του Preljub που ηγείτο μιας δύναμης 500 «Σέρβων» εκλεκτών μισθοφόρων-επιδρομέων, σταμάτησε στα Stephaniana (Στεφανινά) από μια τουρκική δύναμη 3.100 ανδρών. Η μάχη κερδήθηκε από τους Τούρκους, αλλά αυτή δεν ήταν αρκετή, για να ανατρέψει τη σερβική κατάκτηση της Μακεδονίας. Αυτή η τουρκική δύναμη ήταν μισθωμένη από Βυζαντινούς και ανήκε στο εμιράτο του Αϊδινίου και κατευθυνόταν από την Μακεδονία προς την Ανατολία (Τουρκία), διότι η Σμύρνη όπου ήταν η βάση της κινδύνευε από Λατίνους εισβολείς!!!
Πιθανόν μετά τη καταστολή της εξέγερσης της Ζέτας (Βόρεια σημερινή Αλβανία) το 1332, ο «μέγας» Στέφαν Ούρος Δ’ Ντούσαν, από βασιλιάς των Σέρβων, είχε αρχίσει να αυτοαποκαλείται «βασιλιάς της Σερβίας, της Αλβανίας και των παράκτιων.» Το 1343, πρόσθεσε μόνος του και «των Ρωμαίων (=Ελλήνων)» στον τίτλο του «βασιλιά της Σερβίας, της Αλβανίας και της ακτής». Το 1345 άρχισε να καλεί τον εαυτό του τσάρο, που ήταν ισοδύναμο με τον τίτλο του αυτοκράτορα, αυτό αποδεικνύεται από χάρτες που υπάρχουν σε δύο μονές του Αγίου Όρους, ο ένας από τον Νοέμβριο 1345 και ο άλλος, από τον Ιανουάριο 1346. Λίγο πριν ή αμέσως μετά τα Χριστούγεννα του 1345, σε μια συνεδρίαση ευγενών και αξιωματούχων του στις Σέρρες, που κατέκτησε στις 25 Σεπτεμβρίου 1345, αυτοανακηρύχθηκε «Τσάρος των Σέρβων και Ρωμαίων» (Ρωμαίο – Ρωμιοί, είναι λέξη ισοδύναμη με Έλληνες στα Σερβικά έγγραφα). Επίσης, η καρικατούρα «τσάρου» ή «αυτοκράτορα» η οποία το «πρωί» καταλάμβανε μια έκταση και την έχανε το «βράδυ» πάσχων από οξύτατη βυζαντινίτιδα, εξέδιδε τα επίσημα έγγραφά του στην…. Ελληνική γλώσσα και τα υπόγραφε με κόκκινο μελάνι!!! Στο εν λόγω μασκαριλίκι, τον ακολουθούσαν οι περί αυτόν «καίσαρες» ή «δούκες» ή «δεσπότες» ή «σεβαστοκράτορες» και άρχισαν οι τρισάθλλιοι, να προσκολούν δίπλα στα πραγματικά ονόματά τους και επίθετα σύγχρονών τους, γνωστών ευγενών Ελλήνων του Βυζαντίου (π.χ. Ανδρόνικος, Παλαιολόγος κλπ) με τις οικογένειες των οποίων δεν είχαν καμία σχέση!!!…
— ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΣΕΡΒΙΚΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΣΕ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΣΤΕΨΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΝΤΟΥΣΑΝ ΩΣ…. ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ
Δεν είναι μόνο το παρηκμασμένο Βυζάντιο, όπου οι τίτλοι αυτοκράτωρ, καίσαρας κλπ ονοματοδοσίες ευγενών, είχαν αρχίσει να αποκτούν μια γραφική γελοιότητα. Το ίδιο θέατρο άρχισε να παίζεται από την αρχή και στην νεότευκτη «αυτοκρατορία» του Στέφαν Ούρου Δ΄ Ντούσαν. Επειδή τα τελετουργικά χρειάζονταν και ανάλογο ρασοφόρο επίπεδο και επειδή πολλοί χασκογελούσαν στην Ευρώπη με τις αυτοαναγορεύσεις του, δείτε τον άντρα τον …σωστό.
Στις 16 Απρ 1346 (Πάσχα), συγκάλεσε στα Σκόπια, μια τεράστια σε όγκο ρασοσύναξη, στην οποία παρέστησαν ο Σέρβος Αρχιεπίσκοπος Joanikije Β΄, Ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Nikolaj Α΄, ο Βούλγαρος (υποτελής) Πατριάρχης Συμεών και μερικοί ηγούμενοι μονών του Αγίου Όρους, πλαισιωμένοι από έναν «στρατό» Σέρβων παπάδων και μοναχών. Οι συγκεντρωθέντες αρχιερείς και κληρικοί συμφώνησαν, στο ότι στο εξής, θα αναγνωρίζουν ιεροτελετουργικά την αναβάθμιση της αυτοκέφαλης Σερβικής Αρχιεπισκοπής σε… Πατριαρχείο. Ο Αρχιεπίσκοπος από εκείνη τη στιγμή και στο εξής θα έχει τον τίτλο του Πατριάρχη της Σερβίας, αν και βρέθηκε ένα έγγραφο που τον αποκαλούσε Πατριάρχη των Σέρβων και των Ελλήνων, στην έδρα του, στο μοναστήρι του Pec. Ο νέος Πατριάρχης Joanikije Β΄, ΚΛΗΘΗΚΕ ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ και έστεψε πανηγυρικά τον Στέφαν Ούρο Δ΄ Ντούσαν ως «βασιλέα και αυτοκράτορα των Σέρβων και Ρωμαίων» (Bασιλεὺς καὶ αὐτoκράτωρ Σερβίας καὶ Pωμανίας). Ο Ντούσαν στη συνέχεια έστεψε τον ΑΝΙΚΑΝΟ γιο του, βασιλιά των Σέρβων και των Ελλήνων, δίνοντας σε αυτόν τον ονομαστικό κανόνα, πως τάχα είχε ιδιαίτερη ευθύνη για την «Ρωμαϊκή», δηλαδή για τα ελληνικά εδάφη!!!
Στη συνέχεια έχουμε έναν τυπικό μόνο αποβυζαντινισμό της Σέρβικης διοίκησης και της σέρβικης δικαιοσύνης, με απλές αλλαγές στην ονοματοδοσία διάφορων τίτλων. Τους τίτλους των διάφορων αξιωμάτων, μόνο ο αυτοκράτορας, Ντούσαν θα μπορούσε να χορηγεί. Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν χρόνια δυστυχίας και καθολικής παρακμής για τα εις χείρας των «Σέρβων» Ελληνικά εδάφη. Στη πράξη ο «μέγας» Ντούσαν των Σέρβων, διόριζε δεσπότες και καίσαρες σε διάφορα επαρχιακά τμήματα του κράτους του, επιλέγοντας αποκλειστικά πρόσωπα του άμεσου συγγενικού του περιβάλλοντος, που αποδείχθηκαν αδίστακτοι φονιάδες και ληστές.
=== ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ – ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΝΟΠΛΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΔΑΦΗ
Αποκομένη από τη δύση η Βυζαντινή αυτοκρατορία και σε συνεχείς εμφύλιους με την αυτοκρατορία της Νίκαιας στη Μικρά Ασία, βρέθηκε αδύναμη να αντιμετωπίσει μόνη της, τις επιδρομές του Ντουσάν στα Ελληνοβυζαντινά εδάφη Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας. Η Βουλγαρία ήταν ξανά υποτελής στη Σερβία και περισσότερο ελεγχόμενη από άλλες φορές. Οι Λατίνοι αδιάφοροι, είχαν μετατραπεί και αυτοί σε πτωματοφάγους του καταρρέοντος Βυζαντίου. Άλλη διέξοδος δεν υπήρχε και οι Βυζαντινοί εξαναγκάσθηκαν να αναζήτησουν συμμάχους στους Οθωμανούς Τούρκους. Έτσι ήλθαν για πρώτη φορά, τούρκικες στρατιωτικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Όπως είδαμε πιο πάνω, η πρώτη σύγκρουση μεταξύ Σέρβων και Τούρκων σε Ευρωπαϊκό έδαφος, έγινε στα Stephaniana (Στεφανινά Θεσσαλονίκης) το 1344, εντελώς συμπτωματικά, με ήττα των Σέρβων, αλλά και αποχώρηση 3.100 Τούρκων στην Ανατολία, επειδή κινδύνευε η βάση τους στη Σμύρνη!!! Το 1348 με 1349, Στέφαν Ούρος Δ΄ Ντούσαν κατέκτησε σχετικά εύκολα Ήπειρο, Ακαρνανία και Θεσσαλία, που είχαν υποφέρει πολλά από τους αδιάκοπους πολέμους. Αυτή την περίοδο (1344 – 1348) έχουμε και την κάθοδο μεζί με τους άλλους μισθοφόρους του «σέρβικου» στρατού, ένοπλων Αλβανικών σωμάτων, που διακρίθηκαν για το ασταμάτητο πλιάτσικο σε Ήπειρο, Μακεδονία, Θεσσαλία. Για να κατανοήσουμε ακόμα περισσότερο την δήθεν και «Ελληνικότητα» του εισβολέα Ντούσαν, αξίζει να σημειώσουμε, ότι ενώ ακόμα δεν είχε σταθεροποιήσει τη κατοχή εδαφών, επιδόθηκε σε αντικαταστάδεις τοπικών Ελληνικών τοπωνυμίων με σλαβοσέρβικα!!! Επίσης απόλυσε το μεγαλύτερο μέρος Ελλήνων στρατιωτών του και τους αντικατέστησε με Σέρβους και ξένους εισβολείς, ενώ απέκλεισε τους Έλληνες από θέσεις διοίκησης Ελληνικών εδαφών. Ως δεσπότη της Ηπείρου και της Θεσσαλίας διόρισε τον Συμεών Ούρο και τοποθέτησε…. «καίσαρα» της Δράμας τον Vojihna. Αυτά δεν είναι ψιλά γράμματα. Είναι γνώσεις ουσίας που ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε. Ανεξάρτητα με το τι θέλει και το πως αισθάνεται ο απλός Σέρβικος λαός για την Ελλάδα και τους Έλληνες, ο Στέφαν Ούρος Δ΄ Ντούσαν και τα τσιράκια που χρησιμοποίησε στο σύντομο πέρασμά τους από Ελληνικά εδάφη, αποδείχθηκαν ΑΝΘΕΛΛΗΝΕΣ.
— ΤΟ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΑΤΟΥ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
Η ΗΠΕΙΡΟΣ, η ΘΕΣΣΑΛΙΑ, αλλά και ολοκληρος ο γνωστός τότε Ελλαδικός χώρος, από το 1204 έως το 1318, παρουσίαζε τη κάκιστη εικόνα παρακμής, που ιστορικά διαπιστώνουμε να υπάρχει σε όλη τη Βυζαντινή και πολυκομματιασμένη αυτοκρατορία. Πολλοί πόλεμοι, κυρίως εμφύλιοι.
1318.- Ο Θωμάς Κατακουζινός δολοφονήθηκε απ’ τον Ιταλό κόμη της Κεφαλονιάς Νικόλαο Orsini, ο οποίος αρπάζει τον θρόνο του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Έτσι έκλεισε η πρώτη περίοδος του Δεσποτάτου της Ηπείρου της Ελληνικής δυναστείας των Κομνηνών Δουκάδων, που βασίλεψε 114 χρόνια. Ακολουθεί περίοδος συνεχούς εναλλαγής ξένων ηγεμόνων, μερικές φορές και ελληνικών οικογενειών, οι οποίοι μέχρι την εμφάνιση της Σερβοκρατίας, σεβάστηκαν τα δικαιώματα και τις παραδόσεις των υπηκόων τους Ελλήνων Ηπειρωτών. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου όμως, έχασε οριστικά την παλιά του αίγλη και από τότε αρχίζει η παρακμή του, μέχρι που υποδουλώθηκε στους Τούρκους.
1323.- Ο Νικόλαος Orsini δολοφονήθηκε απ’ τον αδερφό του Ιωάννη Β’ που κυβέρνησε ως «δούλος του αυτοκράτορα», αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία της Κωνσταντινούπολης. για να φαντάζει μάλιστα ως γνήσιος διάδοχος των κομνηνοδουκάδων, ασπάσθηκε την ορθοδοξία, σφετερίσθηκε τα ονόματα Άγγελος, Κομνηνός και Δούκας και νυμφεύτηκε κάποια άλλη Άννα Παλαιολογίνα, κόρη βυζαντινού αξιωματούχου. (Ακριβώς την ίδια πρακτική εφάρμωσαν λίγα χρόνια μετά και οι Σέρβοι).
1337.- Η Άννα δολοφόνησε τον σύζυγό της Ιωάννη Β΄ κι ανέβασε στο θρόνο τον ανήλικο γιο της Νικηφόρο Β’ Ορσίνι ή… Άγγελο Κομνηνό, στην ουσία όμως διοικούσε η ίδια ως αντιβασίλισσα. Αυτά τα γεγονότα και κάποιες άστοχες διπλωματικές ενέργειες της Άννας αποδυνάμωσαν τη διοίκηση του Δεσποτάτου.
1338.- Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος επωφελείται της ουσιαστικής ακυβερνησίας στην Ήπειρο και προσαρτά το Δεσποτάτο στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Δεσπότης (κυβερνήτης) διορίστηκε στην Άρτα ο πρωτοστράτορας (στρατηγός) Θεόδωρος Συναδηνός.
1340.- Δεσπότης διορίζεται ο Ιωάννης Άγγελος ο Πιγκέρνης, που διοικούσε την Θεσσαλία και υπό αυτόν, Ήπειρος και Θεσσαλία ενώνονται σε μια επικράτεια μέχρι το 1347.
1348-1349.- Η κατάσταση στο Βυζάντιο και στην Ήπειρο εξακολουθούσε να είναι ρευστή. Ο κράλης ή βασιλιάς ή τσάρος ή αυτοκράτορας των Σέρβων Στέφαν Ούρος Δ΄ Ντούσαν, που μέχρι τότε έκανε επιδρομές φθοράς και πλιάτσικου στη Βυζαντινή κεντροδυτική Μακεδονία, άρχισε να κινείται με τους Γερμανούς, Ισπανούς, Αλβανούς και Σέρβους μισθοφόρους του, προς νότο (σύμφωνα και με τις επιθυμίες Σέρβων «ευγενών» κατσαπλιάδων) και μέχρι τέλους του 1349, υποδούλωσε την βορειοδυτική Ελλάδα και τη Θεσσαλία, όπου και αυτοαναγορεύθηκε «Δεσπότης της Άρτας και Κόμης της Θεσσαλίας» τίτλο που παραχώρησε στον ετεροθαλή αδερφό του Συμεών Ούρο ή Ούρεση (που αυτοαποκαλούνταν και… Παλαιολόγος), τον οποίο διόρισε διοικητή της Ηπείρου με έδρα την Άρτα.
1349.- Στις 21 Μαΐου 1349, ο Στέφαν Ούρος Δ΄ Ντούσαν υπόγραψε τον «Κώδικα» Των Σέρβων, γνωστόν και σαν «Κώδικα Ντούσαν» ο οποίος όμως έχει πλέον αποδειχθεί, ότι δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η Σερβοποίηση τριών (3) μεγάλων προ αυτού νομικών έργων:
1.– του Νομοκανόνα του Αγίου Σάββα.
2.– του Corpus Juris Civilis, και
3.– του Βυζαντινού δικαίου!!!
Αν και φαίνεται η εντονότατη Βυζαντινή επιρροή, ο κώδικας του Στέφαν Ούρου Δ΄ Ντούσαν, ήταν προσαρμοσμένος, ώστε να είναι κομμένος και ραμμένος στην απόλυτη εξουσία του Σέρβου Μονάρχη, με την στήριξη της αναβαθμισμένης σε πατριαρχείο Σέρβικης εκκλησίας. Σίγουρα συρράφθηκε από κάποιους Σέρβους δικαστές, οι οποίοι παρέμειναν άγνωστοι, προς δόξαν του απόλυτου δικτάτορα της εποχής.
— ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝ ΟΥΡΟΥ Δ΄ ΝΤΟΥΣΑΝ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Αφού τελείωσε ο Στέφαν Ούρος Δ΄ Ντούσαν με την κατάκτηση – υποδούλωση της Ήπειρου, της Θεσσαλίας, αλλά και βόρεια με το πριγκιπάτο Hum (Βοσνία – Ερζεγοβίνη), άρχισε τις προετοιμασίες για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, η οποία παρά τη γενική κατάσταση αποσύνθεσης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, δεν ήταν εύκολη υπόθεση, ιδιαίτερα για έναν ανόητο ηγεμόνα, που ήταν μαθημένος μέχρι εκείνη τη στιγμή, να κάνει… κλεφτοπόλεμο, κρυπτόμενος όποτε βρισκόταν στα δύσκολα.
Για να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη, ο Στέφαν χρειαζόταν ισχυρό στόλο, τον οποίο, παρά την αναγόρευσή του και σε αυτοκράτορα των… ακτών του βασιλείου του, ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ. Γνώριζε ότι ο μικρός στόλος του, σε δύο νότιας πόλεις της Σερβίας στη Δαλματία, ήταν ανίσχυρος έως ουσιαστικά ανύπαρκτος, για να οδηγηθεί σε κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Έτσι, ο Στέφαν Ούρος ο Δ’ άρχισε διαπραγματεύσεις με τη Βενετία, με την οποία είχε φροντίσει να έχει καλές διπλωματικές σχέσεις. Οι Βενετοί όμως φοβόντουσαν, ότι θα έχαναν πολλά πλεονεκτήματα, αν συνέβαλαν σε ενίσχυση του Σέρβου βασιλιά, τέτοια, που να τον οδηγούσε σε κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Ο Στέφαν Ούρος Δ’ Ντούσαν, υποσχόταν στους Βενετούς, ότι αν συμμαχήσουν μαζί του, θα τους έδινε πολλά προνόμια, μόλις καταλάμβανε με τα πλοία τους όλα τα βυζαντινά εδάφη (κυρίως Θεσσαλονίκη και Κωνσταντινούπολη). Η Βενετία όμως προτίμησε να αποφύγει μια τέτοια στρατιωτική συμμαχία. Προφανώς και θα είχαν σπουδάσει την μέχρι τώρα αχάριστη συμπεριφορά του, προς όσους τον βοήθησαν!!! Είναι χαρακτηριστικό, ότι ενώ οι Βενετοί είχαν ανάγκη τους Σέρβους για να αντιμετωπίσουν τους Ούγγρους πάνω από τη Δαλματία, απέφυγαν τον Στέφαν Ούρο Δ’ Ντούσαν, διότι δεν τον εμπιστεύονταν!!! και δεν ήθελαν να δημιουργηθεί τέτοια υποχρέωση!!! Έτσι οι Βενετοί απέρριψαν διπλωματικά τις προτάσεις του Ντουσάν για συνεργασία.
1350.- Νέες εξεγέρσεις στο πριγκηπάτο Hum (Βοσνία – Ερζεγοβίνη), εξαναγκάζουν τον Στέφαν Ούρο Δ’ Ντούσαν, να αποσύρει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του από Μακεδονία και Θεσσαλία, για να πάει στη Βοσνία. Ο ικανός συναυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιωάννης ΣΤ´ Κατακουζηνός, αν και πριν λίγα χρόνια παρέλαβε μια ακυβέρνητη αυτοκρατορία, εισέρχεται με μικρές στρατιωτικές δυνάμεις στη Μακεδονία και προσπαθεί να επανακτήσει τμήματα των Βυζαντινών χαμένων πατρίδων. Τον υποστηρίζει στη προσπάθειά του, ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης Κάλλιστος, ο οποίος αφόρισε τον Στέφαν Ούρο Δ’ Ντούσαν, προκειμένου να αποθαρρύνει τον Ελληνικό πληθυσμό των Ελληνικών επαρχιών, από κάθε σκέψη για υποστήριξη της σερβικής διοίκησης και έτσι να συμβάλλουν στην εκστρατεία Ιωάννη ΣΤ΄Καντακουζηνού. Ο αφορισμός δεν σταμάτησε τις σχέσεις του Στέφαν Ούρου Δ’ Ντούσαν με κάποιες μονές του Αγίου Όρους, οι οποίες εξακολουθούσαν να τον αντιμετωπιστούν ως αυτοκράτορα (κατά προτίμηση) των Σέρβων, παρά ως αυτοκράτορα των Σέρβων και των Ελλήνων.
Ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός κατόρθωσε με έναν μικρό στρατό, ότι καλύτερο θα μπορούσε να επιτύχει. Κατέλαβε την χερσόνησο της Χαλκιδικής, και στη συνέχεια την Βέροια και την Έδεσσα. Η Βέροια ήταν η πλουσιότερη πόλη στην περιοχή. Υπενθυμίζουμε ότι ο σατράπης με όλη τη κακή σημασία της λέξης, Στέφαν Ούρος Δ’ Ντούσαν, είχε προηγουμένως αντικαταστήσει τους Έλληνες στρατιώτες από τις φρουρές των πόλεων, με Σέρβους. Παρ΄ όλα τα μέτρα του Σέρβου ΑΝΘΕΛΛΗΝΑ μονάρχη, ο ντόπιος ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ πληθυσμός βοήθησε τον Καντακουζηνό, για να επιτύχει η εκστρατεία του, του 1350. Μόνο στην Έδεσσα συνάντησε δυσκολία ο Καντακουζηνός, αλλά την ανάκτησε μετά από επιτυχημένη επίθεση. Μετά ο Καντακουζηνός με μικρή δύναμη κατευθύνθηκε προς Θεσσαλία, αλλά σταμάτησε στα Σέρβια από τον Σέρβο Καίσαρα Preljub και τις δυνάμεις του. Η βυζαντινή δύναμη αποσύρθηκε στη Βέροια, διότι οι Τούρκοι που είχε μισθώσει για να τον βοηθήσουν στην εκστρατεία του, περίπου 3.300 ανδρών, στην αρχή επιδόθηκαν σε πλιάτσικο φθάνοντας μέχρι τα Σκόπια και στη συνέχεια αφού συνάντησαν τυχαία τον Σέρβο Preljub και τον νίκησαν, επέστρεψαν επειγόντως στην Ανατολία.
Η Βυζαντινή εκστρατεία ανάγκασε ξανά τον Ντούσαν να επιστρέψει στη Hum, όπου ανασυγκρότησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε τις δυνάμεις του και ξεκίνησε για να ανακτήσει τη Θεσσαλία.
Το πριγκηπάτο της Hum, το οποίο διοικούσε η συγγενική με τους Νεμάγια (δυναστεία Σέρβων) οικογένεια Νίκολιτς, αποδείχθηκε τεράστιο πρόβλημα για τον «μέγα» Στέφαν Ούρο Δ’ Ντούσαν της Σερβίας. Ούτε τα όπλα, ούτε οι δωροδοκίες Βόσνιων ευγενών, στάθηκαν ικανές να κάμψουν τις Βοσνιακές δυνάμεις. Ουσιαστικά ο Σέρβος μονάρχης ήταν σε έναν μόνιμο πόλεμο μαζί τους και αποδείχθηκε στη πράξη, ότι οι Βόσνιοι ήξεραν να κάνουν κλεφτοπόλεμο, καλύτερα από αυτόν. Πρότεινε επίσης γάμο του γιου του με την Ελισσάβετ, κόρη του ηγέτη των Βοσνίων Μπαν Στέφαν Β΄ Κοτρομάνιτς, με προίκα την Hum.
Εν τέλει, ο Στέφαν Ούρος Δ’ Ντούσαν της Σερβίας, υπέταξε για πολλοστή -μέσα σε 20 χρόνια- φορά την Hum και ξανάρχισε να κάνει σχέδια για νέες κατακτήσεις, με στόχους το Βελιγράδι, τη Μάκβα, το Δυρράχιο, τη Φιλλιπούπολη, την Αδριανούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τελικό στόχο την Κωνσταντινούπολη, δήθεν επικεφαλής ενός στρατού σταυροφόρων, που θα έδιωχνε τους Οθωμανούς Τούρκους μακριά από την Ευρώπη. Στη πραγματικότητα, κατά τη ταπεινή μου γνώμη, η έλλειψη των απαιτούμενων προσόντων στο πρόσωπό του, η ανυπαρξία πραγματικά ισχυρής στρατιωτικής δύναμης (στο απώγειο της «δόξας» του διέθεται συνολικά 80.000 μισθοφόρους, τους οποίους εξανάγκαζε να μετακινούνται αδιάκοπα από τα βόρεια σύνορα με τους Ούγγρους μέχρι την Αιτωλοακαρνανία και από τις ακτές Αδριατικής και Ιονίου, μέχρι την Καβάλα) και οι λεηλασίες τόπων ελληνορθόδοξων πληθυσμών, στους οποίους αντί να εμφανισθεί ως ελευθερωτής, υπήρξε ένας αδίστακτος δυνάστης, η εύκολη απώλεια εδαφών που κατακτούσε, ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ, δεν είναι στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της άποψης, ότι ο Στέφαν Ούρος Δ’ Ντούσαν της Σερβίας, είχε τα προσόντα να ανακόψει την είσοδο των Οθωμανών. Επί των ημερών του δημιουργήθηκαν τα πρώτα Οθωμανικά προγεφυρώματα επί Ευρωπαϊκών εδαφών και αποδείχθηκε ότι από το 1350 μέχρι το 1355 που πέθανε, δεν ήταν αυτός που μπορούσε να αναστρέψει τον ρουν της ιστορίας. Αντίθετα ήταν αυτός που έδωσε τη χαριστική βολή στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και απλά οι Τούρκοι κληρονόμησαν το πτώμα της.
Ο Στέφαν Ούρος Δ’ Ντούσαν της Σερβίας, ενώ συνέχιζε να προπαγανδίζει την προετοιμασία σταυροφορίας κατά των Τούρκων, αρρώστησε και πέθανε στη Δεβόλη στις 20 Δεκεμβρίου 1355. Πολλοί πιθανολογούν ότι δηλητηριάστηκε. Με τον θάνατό του, άρχισε και η αργή αλλά σταθερή κατάρρευση της «αυτοκρατορίας» του. Ο γιος του και διάδοχος Στέφαν Ούρος Ε’, αποδείχθηκε τελείως ανίκανος και μόνο στα χαρτιά ονομαζόταν αυτοκράτορας των Σέρβων και Ελλήνων. Ο κάθε κατά τόπο ηγεμονίσκος και φαιουδάρχης, αδιαφορούσε για τη τύχη του Σερβικού βασιλείου και φρόντιζε να περισσώσει ή και να επεκτείνει τα δικά του φαιουδαρχικά όρια. Στη πράξη, η Σερβική «αυτοκρατορία» κατακερματίσθηκε άμεσα σε μικρά πριγκηπάτα, εύκολη λεία στις ορέξεις των Τούρκων. Το τελικό μέγιστο μέγεθος του Σέρβικου κράτους των Νεμάνια, η συνολική μέγιστη στρατιωτική δύναμη, οι πολλοί εμφύλιοι και στη διάρκεια βασιλείας του κορυφαίου για τους Σέρβους Στέφαν Ούρου Δ’ Ντούσαν, και η άμεση κατάρρευση των Σερβικών κατακτήσεων, μετά τον θάνατο του Στέφαν Ούρου Δ’ Ντούσαν, είναι ουσιαστικά στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι ο τίτλος «αυτοκρατορία Σερβίας και Ρωμανίας (=Ελλάδας)» ήταν πλασματικός και δεν ανταποκρινόταν με την πολιτικοστρατιωτική πραγματικότητα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ
ΕΔΩ, εγώ δεν ξαναγράφω την ιστορία, αλλά την ξαναδιαβάζω πολλές φορές και την δείχνω κατά τρόπο απαλλαγμένο από κατευθυντήριες γραμμές και στρεβλώσεις των πρωταγωνιστών της όταν ευρίσκοντο εν ζωή. Βεβαίως η στάση της Σέρβικης Ορθόδοξης εκκλησίας, την περίοδο της δυναστείας Νεμάνια, ήταν καθόλα ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ και προσβλητική για την Ορθοδοξία και ουσιαστικά, με απόλυτο εμπαιγμό εχθρική κατά του Ελληνικού Έθνους, το οποίο Έθνος, πανηγυρικά αποδεικνύεται ότι ΥΠΗΡΧΕ και σε αυτήν την ιστορική περίοδο. Αυτή η εξόχως παρηκμασμένη Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία, αγιοποίησε τα περισσότερα μέλη της αιμοσταγούς και βάρβαρης οικογένειας των Νεμάνια, μέσα από μια αδιάκοπη σχέση «δούναι και λαβείν» συμφέροντος.
Η Σέρβικη Ορθόδοξη Εκκλησία, γνώριζε ότι συνδιαλεγόταν και στήριζε απόλυτα έναν πατροκτόνο αλλά και εξολοθρευτή ομόδοξων λαών.
Βεβαίως και έχω παραλήψει πολλά πολεμικά γεγονότα που δεν αφορούν την γνώμη που θέλουμε να σχηματίσουμε, για τα όσα συνέβησαν και στην Ήπειρο (συμπεριλαμβανομένων και των Αρβάνων με αυτήν) και τη κρίσημη περίοδο της Σερβοκρατίας με πρωταγωνιστή τον Στέφαν Ούρο Δ΄ Ντούσαν της Σερβίας. Έτσι θα κατανοούμε την μετανάστευση Ελληνικών πληθυσμών (κυρίως Αρβανιτών) από την Ήπειρο, προς τη Κεντρική και Νότια Ελλάδα, που έψαχναν τόπο να διασωθούν από την απόλυτη εξαθλίωση.
Την αισχρά πολιτικάντικη πρακτική, να αυτοπροβάλεται ένας βάρβαρος εισβολέας και τύρανος του Ελληνικού λαού, σαν αυτοκράτορας και των Ελλήνων, θα τη δούμε αργότερα να επαναλαμβάνεται με τον Σκεντέρμπεη και αρκετά αργότερα, με τον Αλί πασά.
Οι αδιάκοποι πόλεμοι των Νεμάνια και ιδίως του Στέφαν Ούρου Δ΄ Ντούσαν, που μετακινούσε διαρκώς μια δύναμη 40.000 – 60.000 στρατιωτών, από την Βοσνία μέχρι την Αιτωλοακαρνανία και από την Αδριατική και το Ιόνιο μέχρι την Καβάλα, η τοποθέτηση Σέρβων σατράπηδων, μελών της οικογένειας Νεμάνια, στις κατακτούμενες πόλεις και η παρατεταμένη πολιτικοστρατιωτική αστάθεια στη νοτιοανατολική Βαλκανική και στη Βυζαντινή αυτοκρατορία, δεν εξασφαλίζουν συνθήκες για ασφαλή μετανάστευση αλλοδαπών πληθυσμών στον Ελλαδικό χώρο.
Η απόλυση των Ελλήνων μισθοφόρων στρατιωτών από τον Στέφαν Ούρο Δ΄ Ντούσαν, μαζί με την εξαφάνιση κάθε Έλληνα μικροηγεμόνα από την περιοχή που έδρασε εφαρμόζοντας απόλυτη οικογενειοκρατία, δείχνει το πόσο ΔΕΝ είχε σε πραγματική εκτίμηση τον Ορθόδοξο Ελληνικό λαό. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν, το πως θα κατώρθωνε να ξεγελάσει κάθε λαό για να τον υποτάξει με τη δύναμη των όπλων, ώστε να πετύχει τους στόχους του, που συνοψίζονταν να στεφθεί αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη.
ΠΟΤΕ δεν υπήρξε μια μεγάλη μάχη της κύριας δύναμης του Στέφαν Ούρου Δ΄ Ντούσαν, εναντίον μεγάλης Οθωμανικής στρατιωτικής δύναμης. ΜΟΝΟΝ μια φορά συγκρούστηκαν συμπτωματικά στα Στεφανινά μικρές δυνάμεις με ήττα των Σέρβων. Επομένως, για ποια απώλεια «τελευταίας» άμυνας στη Τουρκική εισβολή, ομιλούν μερικοί, αναφερόμενοι στον θάνατό του;;; Ποτέ του δεν πολέμησε τους Τούρκους, παρά μόνο εξουθένωσε πλήρως τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, που μετά έπεσε σαν σάπιο μήλο στα χέρια των Τούρκων. Ο μοναδικός εχθρός του Σέρβου κράλη, ήταν οι Έλληνες και η Βυζαντινή αυτοκρατορία και στόχος ζωής, ο θρόνος της Κωνσταντινούπολης. ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ.
— Κυκλοφορεί από τα μέσα Νοεμβρίου, το βιβλίο του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΛΑΜΗ, «ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΦΤΩΧΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ»
— Είναι μια σπουδαία δουλεία, που θα σας βοηθήσει να έχετε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα για τους Αρβανίτες, όπως είχαν εξελιχθεί τον μεσαίωνα. Τι νέο κομίζουν οι Παράξενοι Φτωχοί Στρατιώτες;
— Σύντομη παρουσίαση του βιβλίου: Παράξενοι Φτωχοί Στρατιώτες
— Θαυμαστά Στοιχεία της Αρβανίτικης Στρατιωτικής Παράδοσης των Ελληνικών Κοινών
Συγγραφέας: Γιώργος Μιλτ. Σαλεμής
— Έχουν γραφεί πολλά, και σωστά, αλλά και λανθασμένα, για την μαζική μετανάστευση, κυρίως στη Πελοπόννησο, των αρχικών ομάδων, που προέρχονταν από την νότια Αλβανία, όπως την ξέρουμε σήμερα και που το ορθό είναι, να συνεχίσουμε να την αποκαλούμε Βόρειο Ήπειρο.
— Σας έχω περιγράψει με σαφήνεια, ότι μέχρι περίπου το 1400 μ.Χ. δεν υπήρξε καμία απολύτως μαζική είσοδος μεταναστών εντός της Πελοποννήσου, και αυτό δικαιολογείται από το αναμβισβήτητο ιστορικό γεγονός, ότι το δεύτερο ήμυσι του 14ου αιώνα, ο γνωστός Ελλαδικός χώρος και ιδίως η Πελοπόννησος, βρισκόταν σε πολλές πολεμικές διαρκείς συγκρούσεις. Βενετοί, λοιποί Λατίνοι, Βούλγαροι, Σέρβοι και Τούρκοι, εισέβαλαν και κατασπάραζαν την αυτοδιαλυόμενη Βυζαντινή αυτοκρατορία.
Βεβαίως το ίδιο συνέβαινε και στην Ήπειρο, με αποτέλεσμα οι Έλληνες Αρβανίτες, ως πρώην στρατηγικά και στρατιωτικά κύριοι των κάστρων και κλεισούρων της περιοχής των Αρβάνων, να δέχονται τις περισσότερες ένοπλες πιέσεις. Οι Αλβανοί Γκέκηδες μισθώνονταν από όλους, ως αναλώσιμοι χασάπηδες των Βαλκανικών λαών, από τους τοπικούς φεουδάρχες, οι οποίοι έκαναν όνειρα να γίνουν…. αυτοκράτορες εκ του μηδενός. Οι Αλβανοί Γκέκηδες μισθοφόροι, πήγαιναν με όποιον τους πλήρωνε καλύτερα. Αυτό δεν απαλάσσει των ευθυνών για τις σφαγές των Ελληνικών πληθυσμών, Σέρβους, Βούλγαρους, Λατίνους και Τούρκους. Όλοι ήθελαν να ελέγχουν τις τότε σημαντικότατες οδικές αρτηρίες που συνέδεαν τη δύση με την ανατολή. Οι δρόμοι αυτοί διέρχονταν από τα Άρβανα.
Οι Τούρκοι από το 1400 μ.Χ. έκαναν περιπάτους σε όλη την νότιο (σημερινή) Αλβανία και μέχρι το 1415 την είχαν καταλάβει. Η αδυναμία της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης να συντηρεί ένοπλα σώματα (Ελλήνων) Αρβανιτών, σε αυτήν την απομακρυσμένη γι΄ αυτήν και συχνά αποκομμένη περιοχή και οι συνεχείς συγκρούσεις άρχισαν να επιφέρουν την ολική καταστροφή «στα περί το Άρβανον πολίχνεια» και τη παραμέληση των μικρών αγροτικών εκτάσεων που διέθεταν οι Αρβανίτες. Αποτέλεσμα αυτών των πολεμικών πιέσεων, ήταν να αρχίσουν περίπου από το 1380 οι μεταναστεύσεις των Ελλήνων Αρβανιτών κλπ Ελλήνων Βορειοηπειρωτών, προς τη σημερινή όπως την ξέρουμε Ήπειρο, τη Θεσσαλία, την Αιτωλία, Ακαρνανία και τα νησιά του Ιονίου. Αυτοί οι τόποι, χρησίμευσαν για τους περισσότερους ως προσωρινοί σταθμοί, στους οποίους συναντούσαν από τις ένοπλες συμμορίες Γκέκηδων των πάσης προελεύσεως Φεουδαρχών, τα ίδια προβλήματα που είχαν στη χαμένη πατρίδα.
Από τα Ιόνια νησιά, Έλληνες Αρβανίτες σκορπίστηκαν στις Ευρωπαϊκές χώρες, όπου αρκετοί έγιναν οι διάσημοι stradioti ή stratiota. Από τη Θεσσαλία σκορπίσθηκαν σε Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη, νησιά Αιγαίου, Αττική, Βοιωτία. Από την Αιτωλία – Ακαρνανία, ως επί το πλείστον, άρχισαν να μετακινούνται προς Πελοπόννησο, είτε με καΐκια, είτε διά της Κορίνθου. Κάποιοι, με ενδιάμεσους σταθμούς χωριά της Ηπείρου, αργά αλλά σταθερά, άρχισαν να συγκεντρώνονται στη περιοχή του Σουλίου. Το κοινό όλων των Ελλήνων Αρβανιτών, όπου και αν μετεγκατεστάθησαν, είναι ότι αποδείχθησαν σε όλες τις γενιές, άριστοι πολεμιστές και λάτρεις της Ελλάδας.
Μπορεί πολλά από τα παραπάνω να τα έχω ξαναγράψει με αφορμή άλλα παρεμφερή θέματα, μπορεί σαν πρόλογος να φαίνεται ότι μακρυγόρησα, όμως είναι αναγκαία στη προσπάθειά μας να ανατρέπουμε πλαστογραφήσεις της Ιστορίας μας, και μάλιστα όταν γίνονται απόπειρες Αλβανοποίησης ακόμα και της Πελοποννήσου με κραυγαλέα ψέματα, συνεπικουρούμενα από ντόπια κακώς νοούμενα συμφέροντα εξουσίας. Έρχομαι λοιπόν στο καίριο θέμα της δήθεν αθρόας καθόδου Αλβανών στην… έρημη από Έλληνες, αλλά πάντα…. εύφορης Πελοποννήσου.
Πηγές υπάρχουν πολλές και σοβαρές. Όμως κι΄ εγώ έχω τις αδυναμίες μου και αρέσκομαι να καταπιάνομαι με την γελοιοποίηση της παραπληροφόρησης. Το διαδίκτυο προσφέρεται πλέον για τέτοια παιχνίδια. Επιλέγω λοιπόν την γνωστή για τα φιλοαλβανικά της αισθήματα ιστοσελίδα ΕΛΛΗΝΕΣ – ΑΛΒΑΝΟΙ, της οποίας τα ερμαφρόδιτα άρθρα γίνονται σημαία σε όλες τις σελίδες Αλβανών πρακτόρων και νεοεθνικιστών. Σας παραθέτω παρακάτω αυτούσιο το άρθρο «ΔΕΣΠΟΤΑΤΟ ΤΟΥ ΜΩΡΕΩΣ» το οποίο αναφέρεται στη πρώτη μαζική είσοδο «Αλβανών» στην Πελοπόννησο το 1405, οι οποίοι εν τέλει ήσαν…. ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ!!!!!!
Ενδιαφερει να γνωρισουμε πως ειχαν εξελιχθει κατα την περιοδο εκεινη τα πραγματα στο δεσποτατο του Μυστρα. Το 1380, ειχε πεθανει ο Μανουηλ Καντακουζηνος, αφηνοντας κληρονομο του δεσποτατου τον ανηψιο του Δημητριο.
Ο αδελφος του Μανουηλ και πατερας του ανηλικου διαδοχου, Ματθαιος Καντακουζηνος, αυτοδιοριζεται «αυτοκρατωρ» και κυβερνα για λιγο το Δεσποτατο, εως οτου το 1383 κατορθωνει ο Θεοδωρος Α’ Παλαιολογος να παραμερισει τους δυο Καντακουζηνους, πατερα και γιο, και να αναγνωρισθει αυτος δεσποτης του Μυστρα. Η καταστασις που ευρηκε στο δεσποτατο ηταν εξαιρετικα δυσμενης γι’ αυτον. Οι τοπικοι αρχοντες, που αποτελουσαν την πανισχυρη φεουδαλικη αριστοκρατια, δυστροπουσαν εναντιον του και, στις προσπαθειες του να τους επιβληθει, δεν εδισταζαν να ζητουν υπερασπισιν απο τους εχθρους που περιεβαλλαν το δεσποτατο, τους Βενετους, τους Ναβαρραιους και τους Τουρκους. Αποφασισμενος ο Θεοδωρος να νικησει την αντιδραση τους, ανοιγει ατελειωτο πολεμο εναντιον τους, ενω συγχρονως αντιμετωπιζει τους περισπασμους απο μερους των εξωτερικων εχθρων. Ολες δε αυτες οι δυσκολιες, χωρις να πτοουν τον σθεναρο και δραστηριο Παλαιολογο, του εντεινουν τον ζηλο να αυξησει με καθε τροπο τις δυναμεις του Δεσποτατου. Παντρευεται την κορη του Νεριου Ατζαιολη και της Μαριας Ρεντη (κορη του αρβανιτη Ιωαννη Ρεντη, οπου για τις υπηρεσιες του απεκτησε τεραστια κτηματα στην σημερινη περιοχη του Ρεντη των Αθηνων) και με τον δεσμο αυτον κλεινει πολυτιμη συμμαχια με τον δαιμονιο Φλωρεντινο γειτονα.
Οταν δε το 1394 ο Νεριος Ατζαιολης πεθαινει, ο Θεοδωρος, ως γαμβρος του, γινεται κληρονομος της καστελλανιας Κορινθου.
— Αφου απεκτησε την Κορινθια ο Θεοδωρος Παλαιολογος, επωφελειται το 1405 απο την καθοδο δεκα χιλιαδων περιπου Αλβανων απο εκεινους που ειχε κτυπησει στην Αιτωλια ο Καρολος Α’ Τοκκος (****), και δεχεται να τους εγκαταστησει στο Δεσποτατο του.
Ο αυτοκρατωρ του Βυζαντιου Μανουηλ Παλαιολογος εχαρακτηρισε εκεινην την ενεργεια του αδελφου του ως μιαν απο τις μεγαλυτερες επιτυχιες του και, στον επιταφιο λογο που του απηγγειλε, μας περιγραφει την πραγματοποιηση της με ολες τις λεπτομερειες, που πραγματικα δειχνουν την εξυπνη και την δυνατη προσωπικοτητα του Θεοδωρου, αλλα και τον πολιτισμο και τα ηθη που χαρακτηριζαν τους Ελληνες Αρβανιτες κατα τις αρχες του 15 ου αιωνα. Θα μεταφερωμε εδω την περιγραφη τους, η οποια διαψευδει οσους εφαντασθηκαν τους Αρβανιτες ως στοιχεια αναρχικα και απειθαρχητα.
Φθανουν στον Ισθμο με τις γυναικες τους και με τα παιδια τους και εκει στηνουν τις σκηνες τους και απλωνουν τις ανδρομιδες τους. Δεν επιχειρουν να μπουν με το «αστε ντουα» (ετσι θελω,το δικο μας «ντου», επιθεση) στο Δεσποτατο, αλλα οι ιδιοι αναγγελλουν τους εαυτους τους στον αρχοντα του τοπου.. Χωρις να αμελησουν καθολου, ετοιμαζουν μια λαμπρα πρεσβεια απο αρχηγους, οι οποιοι ντυμενοι με την ομορφη αρβανιτικη φορεσια (ασφαλως ειναι η (αργότερα γνωστή) Σουλιωτικη, εκεινη που διαλεξε ο Οθων ως Εθνικο ντυσιμο. Βλεπε FINLAY, History of Greece, τομος VI σελ. 39-40) και με πλουσια δωρα, οπως συνηθιζονταν κατα τον Μεσαιωνα, την στελνουν (την αντιπροσωπεία-πρεσβεία) στον Δεσποτη του Μορεως, για να μαθουν πρωτα-πρωτα τι γνωμην εχει γι’αυτους. Του εξηγουν οτι επιθυμουν, αφου παρουν την αδεια του, να μπουν στην χωρα του και να εγκατασταθουν, κανοντας ο,τι αυτος διαταξει. Ο Θεοδωρος δεχεται με χαρα τους αντιπροσωπους και στελνει τους ιδιους να φωναξουν και τους αλλους αρχηγους. Τους ετοιμαζει μεγαλην υποδοχην και, αφου τους καλοσωρισε με εγκαρδια δεξιωση, δινοντας τους την ευκαιρια να γνωρισουν την εμφυτη γλυκα των τροπων του, ακουσε το αιτημα τους, αρκεσθηκε στους ορκους, με τους οποιους τον εβεβαιωσαν οτι θα ζησουν ησυχοι και νομοταγεις και οτι θα του ειναι πιστοι υπηκοοι και στρατιωτες, και τους εδωσε την αδεια να περασουν στο Δεσποτατο.
Πολλοι απο τους συμβουλους του, χωρις να ειναι παραλογοι, τον απετρεψαν να τους δεχθει, και γιατι το πληθος τους ηταν τοσο μεγαλο, που καταντουσε επιφοβο, και γιατι ενομιζαν οτι το γεγονος οτι ησαν μαθημενοι να ζουν αλλιως -ασφαλως ο αυτοκρατωρ στο σημειο αυτο εκρυβε σε υπαινιγμο την αγαπη τους στο πλιατσικο- θα εδημιουργουσε ζητηματα. Ο Θεοδωρος ομως, σταθερος στις πεποιθησεις του, εκανε οπως αυτος νομιζε, δειχνοντας με την πιστη του, με το θαρρος του και με την σωστη του σκεψη αξιοπιστια, ανδρισμο, και φρονησιν (Migne, Patrologia Graeca, τομ. CLVI (156), στ.212-213. Ελευθερη αποδοσις του κειμενου).
Φαινεται ομως, οτι ο Μανουηλ Παλαιολογος, περιγραφοντας ετσι το ιστορικο της προσφυγης Αρβανιτων στο Δεσποτατο του Μορεως, θελησε να δωσει ολην την τιμη της επιτυχιας στον νεκρο αδελφο του, παραλειποντας να κανει λογο και για την δικη του συμβολη σ’ αυτο το ζητημα. Οπως ξερουμε και απο αλλες περιπτωσεις εποικισμων, μια τοσο υπευθυνη αποφασις επρεπε οπωσδηποτε να στηριζεται σε «προσταγμα βασιλικον» (ΧΑΛΚΟΚΟΝΔΥΛΗΣ, εκδ. Βοννης, σελ.319). Δεν ηταν λοιπον δυνατον να δεχθει εναν τοσο μεγαλο αριθμο Αρβανιτων στον Μορια ο Θεοδωρος Παλαιολογος χωρις την τυπικη τουλαχιστον εγκριση του αδελφου του αυτοκρατορα. Και πραγματικα, υπαρχει σε Μεσαιωνικη πηγη μαρτυρια, οτι ειχε προηγηθει και σ’ αυτην την περιπτωση η διατυπωσις εκεινη. Στο επικο ποιημα που αφιερωσε ο Τζανε Κορωναιος στον περιφημο Αρβανιτη στρατιωτη των αρχων του 16 ου αιωνα Μερκουρη Μπουα, αναφερονται δυο ανηψια του Αρβανιτη Δεσποτη της Αρτας Μουρικη Μπουα Σγούρου, γιοι του Παυλου Μπουα Σπατα, του αυθεντη της Ναυπακτου, που ηταν θειος του Μουρικη, ή καποιου αδελφου του Μουρικη, που ισως υπηρχε και εμεινε αγνωστος γιατι ειχε προωρα πεθανει. Ασφαλως δε, προκειται για τον Αλεξη Μπουα, που τους βρισκουμε κατα τις πρωτες δεκαετιες του 15 ου αιωνα στον Μυστρα. Γραφει λοιπον ο Τζανε Κορωναιος γι’ αυτους, οτι, αμεσως μετα την επικρατηση του Φλωρεντινου κομητος Καρολου Τοκκου Α’ στην Αιτωλια (1405), κατεφυγαν οι δυο νεαροι Μπουαιοι στο Βυζαντιο, στον αυτοκρατορα Μανουηλ Β’ Παλαιολογο, ο οποιος τους εδεχθηκε και τους διωρισε ως τιτλουχους, στρατιωτικους βεβαια, στο Δεσποτατο του Μορεως.
Αφου λοιπον, τα δυο αρχοντοπουλα επηραν την εγκρισιν του αυτοκρατορος, και αφου εκεινος ανεγνωρισεν τον πρεσβυτερο, βεβαια, απο αυτους ως αρχηγον ολων των Αρβανιτων που θα επαιρναν στρατιωτικην εγκατασταση στο Δεσποτατο του Μορεως, δινοντας του και τον τιτλο του μεγαλου μεσαζοντος, κατεβηκαν στον Ισθμο, οπου ειχαν φθασει κιολας οι ανθρωποι τους, και εστειλαν απο εκει πρεσβειαν στον Δεσποτη Θεοδωρο, για να παρουν και την δικη του αδεια.
Με την δυναμην αυτην, οχι μονον την ησυχια και την ακεραιοτητα του Δεσποτατου εξησφαλισε, αλλα μπορεσε και να επεκτεινει τα ορια του με απελευθερωτικον αγωνα.
«Αρβανίτες, οί Δωριείς τού Νεωτέρου Ελληνισμού» Κ. Μπίρης
Η συγκεκριμένη ιστοσελίδα δεν μας συνηθίζει σε τέτοια άρθρα.
=== Πέραν της διαπιστωμένης εθνοτικής καταγωγής των Ελλήνων Αρβανιτών που μετανάστευσαν μαζικά από το 1405 στη Πελοπόννησο, αξίζει να σημειώσουμε και μια άλλη ανατροπή. Οι πλανόδιοι ιστοριοδίφες, έχουν γράψει ένα σωρό ανοησίες κατά παραγγελίαν, για τους λόγους που επετράπει η εγκατάστασή τους στην Πελοπόννησο. Προσπάθησαν (και προσπαθούν) να δώσουν την εικόνα μιας Πελοποννήσου έρημης, της οποίας οι κάτοικοι είτε την εγκατέλειψαν, είτε πέθαναν μαζικά από…. πανούκλα, λες και οι Αρβανίτες (ή έστω οι προπαγανδιζόμενοι Αλβανοί) που κλήθηκαν να καλύψουν την Πελοποννησιακή ερημιά, είχαν ανοσία στη πανούκλα!!! Η αλήθεια λοιπόν είναι, ότι ο Δεσπότης του Μωριά Θεόδωρος Παλαιολογος είχε πολλούς εχθρούς και πολλά πολεμικά μέτωπα να αντιπετωπίσει χωρίς κανέναν σύμμαχο, και ξαφνικά του ήλθαν ουρανοκατέβατοι 10.000 σύμμαχοι, εκ των οποίων οι 3.000 τουλάχιστον, ήσαν ετοιμοπόλεμοι Έλληνες Αρβανίτες πολεμιστές!!!!!!
**** Ο χασάπης Κάρολος Α΄ Τόκκος (1372 – 4 Ιουλίου 1429), με καθαρά μισθοφορική δύναμη κυρίως από Αλβανούς Γκέκηδες, ήταν κόμης παλατινός Κεφαλληνίας Ζακύνθου (περίπου 1376–1429), δούκας Λευκάδας, Δεσπότης Ηπείρου (1411–1429) και βαρώνος της Βοστίτσας.
ΣΧΕΤΙΚΑ:
— Οι Αλβανοί νεοεθνικιστές, όποτε θέλουν και τους συμφέρει, θυμούνται την ιστορία μισή. Όταν δεν έχουν αντίλογο, παραβλέπουν τα γραπτά κείμενα των Μποτσαραίων και άλλων Ελλήνων-Αρβανιτών ηρώων και επιχειρούν χυδαία αλβανοποίησή τους. Όταν τους ορθώνεις κατά πρόσωπο τα κείμενα ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ, ο οποίος παρά τον ηρωϊκό υπέρ της Ελλάδος θάνατό του σε ηλικία μόλις 33 ετών, πρόλαβε και μας άφησε βαριά εθνική Ελληνική Σουλιώτικη κληρονομιά. Τότε οι Αλβανοί προπαγανδιστές αρχίζουν τις σπασμωδικές κινήσεις, «ξεχνούν» τον μεγάλο Έλληνα Αρβανίτη Σουλιώτη Μάρκο Μπότσαρη, αλλά παγιδευμένοι στην τεράστια αίγλη του επίθετου, και «ανακαλύπτουν» τον… Συνταγματάρχη Μηχανικού, ….Μάρκο Δημητρίου (εκ του Νώτη) Μπότσαρη, ο οποίος διετέλεσε πρόεδρος του συλλόγου «Ένωσις Αλβανών Ελλάδος» με ειδικό σκοπό, βασισμένο στο ιστορικό επιθυμίας Αλβανών να ενωθούν με την Ελλάδα!!!Η παρακάτω επιστολή του 1847 εστάλη στην Ελληνική(;) κυβέρνηση μεταφέροντας την αγωνία των ηγετών της κάτω Αλβανίας γιά το μέλλον της φυλής τους. Σαν μόνη βιώσιμη λύση επέλεξαν την ένωση με την Ελλάδα. Και με την υπόσχεση ότι και οι άλλοι Αλβανοί θα πεισθούν από αυτούς να ενωθούν αργότερα. Φυσικά ποτέ οι Αλβανοί δεν θεώρησαν την θρησκευτική διαφοροποίηση κριτήριο φυλετικού διαχωρισμού. Δηλαδή ποτέ δεν είχαν διαφοροποιηθή εθνικά από τους Έλληνες. Κάτι που οι Έλληνες ακόμη και σήμερα δεν μπορούν να αντιληφθούν και συνειδητοποιήσουν. Έτσι, με το ζόρι, είμαστε «Έθνος ανάδελφον». Εξ’ άλλου αν είχε επιτευχθή αυτή η ένωσις, δεν θα υπήρχε το βορειο-ηπειρωτικό. Και τότε τι θα κάναμε χωρίς βαρβάρους; Η επιστολή παρατίθεται αυτούσια με την πρωτότυπη ορθογραφία και σύνταξη.
ΠΗΓΗ: http://www.tetraktys.org/greg/mid%20enosi%20kato%20alvanias.htm (ΘΑ ΕΠΑΝΕΛΘΩ ΣΤΟ ΘΕΜΑ)
— Ο Λεβέντ Καγιάπιναρ (Levent Kayapınar) είναι επίκουρος καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας, του Πανεπιστημίου του Άμπαντ, Μπόλου Τουρκίας (Abant İzzet Baysal Üniversitesi, Fen-Edebiyat Fakültesi, Tarih Bölümü, Yeniçağ Tarihi Anabilim Dalı Başkanı, Bolu. — Προσκλήθηκε το 2005 από κάποιους Αρκάδες σε ένα διαδικτυακό «συνέδριο» το οποίο οι διοργανωτές απεκάλεσαν Α΄ παγκόσμιο, χωρίς να υπάρξει ποτέ δεύτερο. Εκεί ο Λεβέντ Καγιάπιναρ (Levent Kayapınar) κατέθεσε δύο κείμενα (όπως ο ίδιος «διακριτικά» τα αποκαλεί), εκ των οποίων το ένα 25 σελίδων (μικτό βάρος με 60% φύρα) αναφέρεται στη Δημογραφική Δομή της Δημητσάνας Σύμφωνα με τα Οθωμανικά Αρχεία, και το άλλο 15 σελίδων (μικρό βάρος με επίσης 60% φύρα) μας προσδιορίζει με τον πλέον αυθαίρετο τρόπο, τη δημογραφική δομή του Λεονταρίου – Καρύταινας, σύμφωνα επίσης με τα Οθωμανικά αρχεία, και όταν λέει ο Τούρκος επίκουρος καθηγητής αρχεία, εννοεί ελλιπέστατους φορολογικούς και αλληλοσυγκρουόμενους ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥΣ καταλόγους. Την μετάφραση των «κειμένων» τις μετέφρασε ο Ηρακλής Μήλλας, που διδάσκει Τουρκική ιστορία στο πανεπιστήμιο Αθηνών.
— Εκ προοιμίου ο τούρκος επίκουρος Λεβέντ Καγιάπιναρ (Levent Kayapınar), γνωρίζων ότι τα «κείμενά» του είναι μια αντιεπιστημονική αθλιότητα, για να αποφύγει το όποιο πιθανό κράξιμο, αλλά και για να κατευθύνει τις όποιες «διορθώσεις» εκεί που αυτός ΑΝΤΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΘΕΛΕΙ, ομολογεί τα παρακάτω:
— Ο Λ. Καγιάπιναρ «επεξηγεί» τις δήθεν δυσκολίες ανάγνωσης των ελληνικών τοπωνυμιών λόγω της ιδιαιτερότητας της οθωμανικής γραφής η οποία μεταξύ των άλλων δεν χρησιμοποιεί φωνήεντα.
— Λέει μας, ότι στις περισσότερες φορές οι περιοχές αναγνωρίζονται από τους ελληνόφωνους (υπήρξαν τελικά και τέτοιοι??????) αρκετά εύκολα (αλλά από αυτόν που καταπιάστηκε ως ειδικός Τούρκος τουρκολόγος ….γιοκ!!!).
— Παραδέχεται ότι κατά την ελληνική απόδοση του κειμένου δεν έγινε μια δεύτερη προσπάθεια ταυτοποίησης των περιοχών αλλά αναφέρονται με λατινικούς χαρακτήρες και όπως διαβάζονται από τον μελετητή βάσει των οθωμανικών κατάστιχων. (Εννοεί άλλον μελετητή??????… Λέει ψέματα για τους Λατινικούς χαρακτήρες, διότι αλλού παραδέχεται ότι έκανε και υπάρχει στο άρθρο του, μείξη τούρκικων, σλάβικων και λατινικών χαρακτήρων!!!)
— Η Πελοπόννησος αναφέρεται στα κατάστιχα ως Μοριάς (Mora). Στη μετάφραση χρησιμοποιήθηκαν και οι δύο όροι. (Και εννοεί την αντιεπιστημονική αθλιότητα, να χρησιμοποιεί αυτός και ο μεταφραστής του, άλλοτε τον έναν όρο και άλλοτε τον άλλον, αδιαφορόντες αμφότεροι αν προκαλούν σύγχυση και λανθασμένα συμπεράσματα).
— Ενώ σύμφωνα με τα παραπάνω, τα όπως τα αποκαλεί ο ίδιος «κείμενά του» δεν είναι επιστημονική εργασία, ΠΡΟΤΡΕΠΕΙ με θράσος: Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αναφερθούν στο αρχικό κείμενο του ερευνητή στα τουρκικά που παρουσιάζεται ταυτόχρονα με την παρούσα μετάφραση. (ΔΗΛΑΔΗ???… Με τόσο τρύπα να τον χρησιμοποιούν ως πηγή οι επόμενοι ιστορικοί για την -όπως την αποκαλεί- αρθρογραφία του???)
=== ΚΑΜΑΡΩΣΤΕ ΤΟΝ αΜΕΛΛΕΤΗΤΗ ΚΑΓΙΑΠΙΝΑΡ. Ο ΙΔΙΟΣ ΤΑ ΓΡΑΦΕΙ ΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ: «….Για τους μελετητές η ανάγνωση αυτών των αρχείων τα οποία είναι γραμμένα στα οθωμανικά δεν είναι καθόλου εύκολη. Και αυτό επειδή στα οθωμανικά γράφονται μόνο τα σύμφωνα και όχι και τα φωνήεντα. Γενικά έχει χρησιμοποιηθεί η γραφή η οποία ονομάζεται ‘tevki’ ή ‘siyakat’ όπου δεν αναφέρονται ούτε καν τα αναγκαία στίγματα (για να μην την καταλαβαίνουν οι μη ειδικοί). Η δυσκολία είναι ιδιαίτερα αισθητή όταν πρέπει να διαβαστεί ένα κύριο όνομα ή μια τοπωνυμία. Έτσι είναι αδύνατο για ένα μελετητή όπως εγώ που γράφω ένα άρθρο για τη Δημητσάνα από μια απόσταση χιλιάδων χιλιομέτρων να μην κάνει λάθη όταν μεταγράφει ονόματα. Αλλά η ιδέα ότι αυτό το άρθρο θα δημοσιευθεί στο διαδίκτυο με ενθαρρύνει. Και αυτό επειδή ελπίζω ότι κατά το διάστημα που το άρθρο θα εμφανίζεται στο διαδίκτυο τα άτομα των οποίων τα ονόματα αναφέρονται στο άρθρο και αυτοί που είναι καλύτεροι γνώστες της τοπικής ιστορίας από μένα θα βοηθήσουν να γίνουν οι σχετικές διορθώσεις στα λάθη που πηγάζουν από τη μη καταγραφή των φωνηέντων.»

Αντιλαμβάνεστε τι λέει ο παράφρων παπαρολόγος και πλαστογράφος της ιστορίας??? Αυτός ως ειδικός -έστω επίκουρος- και Τούρκος και γνώστης του λατινικού αλφάβητου, κατασκευάζει έναν αχταρμά με αντιεπιστημονική χρήση τριών τουλάχιστων αλφάβητων και αν μελετήσετε τους πίνακες θα διαπιστώσετε εύκολα ότι κοντά-σιμά, ένα τοπωνύμιο το απεικονίζει τουλάχιστον εις τριπλούν κατά σειρά, όπως για ελάχιστο παράδειγμα το χωριό Άκοβος. Το ίδιο πράττει και στα ονόματα και στα επίθετα κατοίκων.
1.– Ότι οι Οθωμανοί, είχαν ήδη σε εφαρμογή, 150 τουλάχιστον χρόνια πριν το 1461 που κατελήφθη ο Μοριάς, αυστηρό διοικητικό, νομοθετικό και φορολογικό κώδικα, επί του οποίου αν κάποιος πασάς ή μπέης αποτολμούσε να κάνει τα δικά του «γραφειοκρατικά κόλπα» ή να έχει διπλά βιβλία και να το μάθαινε ο Σουλτάνος, τότε ο παραβάτης πασάς ή μπέης ήξερε, ότι εντός 24 ωρών το κεφάλι του θα πήγαινε πεσκέσι στη μεγάλη πύλη! Επομένως τα περί καταχωρήσεων άλλοτε κατά θρήσκευμα και άλλοτε κατά εθνικότητα και μάλιστα από τον ίδιο γραφέα την ίδια «ερευνόμενη» χρονική περίοδο, είναι επιν΄ποηση του Λεβέντ Καγιαπινάρ και των ομόλογων φίλων του Βουλγαροσκοπιανών.
2.– Ο Λεβέντ Καγιαπινάρ, ουδόλως μπαίνει στον κόπο να εκτιμήσει:
2α.– Το πόσος Ελληνικός πληθυσμός κατέφυγε και κρύφθηκε σε δυσπρόσιτα βουνά, από το 1461 έως το 1512, για να αποφύγει τα όργανα του νέου τότε Οθωμανικού καθεστώτος στη Πελοπόννησο. Αυτός ο πληθυσμός, 100% Ελληνικός, ουδέποτε καταγράφηκε σε Οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα.
2β.– Το κατά πόσο «πειράζονταν» τα Οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα, ώστε να δημιουργείται σκοτεινή φορολογητέα ύλη, τη διαφορά φόρου της οποίας θα μπορούσαν να διαμοιράζονται οι τοπικοί τιμαριούχοι με τους πασάδες ή και τους μπέηδες. Το «μπαχτσίσι» δεν είναι σημερινή ανακάλυψη, αλλά διοικητική-φορολογική αρρώστια, που γεννήθηκε εκείνη την εποχή!!! Από μόνο του ένα φορολογικό κατάστιχο, ουδέποτε λήφθηκε υπόψιν ως μοναδικό σημείο αναφοράς μιας ιστορικής έρευνας.
2γ.– Το κατά πόσο «πειράζονταν» τα Οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα, πλέον από οποιοδήποτε ενδιάμεσο «πείραγμα» από τον τοπικό διαχειριστή φόρων πασά ή μπέη, ώστε να στέλνει στον Σουλτάνο λιγότερα από όσα εισέπραττε!!!
Λόγω της φύσεως του Οθωμανικού φορολογικού συστήματος, αυτά τα καθόλα λογικά για να συμβούν (και ίσως και άλλα) θα έπρεπε οπωσδήποτε, να αλλοιωθούν τα τελικά φορολογικά Οθωμανικά κατάστιχα και να εμφανίζονται σε αυτά, λιγότερες οικογένειες (σπίτια) από όσες ήσαν στη πραγματικότητα, για να καρπώνεται ο τοπικός φορολογικός διαχειριστής πασάς ή μπέης τη διαφορά φοροδοτικής δυναμικότητας!!!


3.– Περνά ο Λεβέντ Καγιαπινάρ στα ψιλά γράμματα, το ότι και στα δύο Οθωμανικά κατάστιχα που μελέτησε και κατέληξε να τα θεωρεί ένα, το ότι όντως και αυτό της Κωνσταντινούπολης και το της Σόφιας είναι πειραγμένα κατά τρόπο τέτοιο, που να μη φαίνεται ούτε ποιος τα έγραψε, ούτε πότε τα έγραψε (έχουν αφαιρεθεί φύλλα!!!).
4.– Επίσης περνά στα ψιλά γράμματα, την αποκάλυψη ύπαρξης πολλών λευκών σελίδων στα φορολογικά κατάστιχα, «συμπτωματικά» ιδίως μεταξύ των κλειομένων φορολογικών χρήσεων. Εδώ, αυτή η πρακτική, μπορεί να συνοδευθεί από το γνωμικό «ο φόβος φυλάει τα έρμα» και είναι μια πρακτική, η οποία εφαρμόζεται μέχρι σήμερα από διοικήσεις σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης, οι οποίες συνηθίζουν να κρατούν λευκές σελίδες στα βασικά δημόσια βιβλία, μεταξύ κλειομένης και αρχομένης διαχειρίσεως. Αυτό, από συστάσεως του Ελληνικού κράτους τουλάχιστον, απαγορεύεται αλλά συμβαίνει. Τίποτα δεν θα με κάνει να πιστέψω, ότι αυτό δεν συνέβαινε από τους Οθωμανούς, όταν τότε μάλιστα οι έλεγχοι από την κεντρική εξουσία ήσαν σχεδόν αδύνατοι και ο κλέφτης πασάς ή μπέης, μόνο από κάρφωμα έχανε το κεφάλι του.
Και αυτά τα «πειράγματα» βιβλίων, επιφέρουν μειωμένη εμφάνιση του φορολογητέου πληθυσμού!!!
5.– Αν μελετήσουμε τα τμήματα που χρησιμοποίησε ο Λεβέντ Καγιαπινάρ [(και που «συμπτωματικά» το ίδιο έπραξαν οι Βουλγαροσκοπιανοί Петя Асенова (Πέτια Ασένοβα), Руси Стойков (Ρούσι Στόϊκοφ) και Тома Кацори (Τόμας Κατσώρη)], ενώ αναφέρονται στην ίδια περιοχή Λεονταρίου – Καρύταινας σε διαφορετικούς χρόνους, τα επιλεγόμενα χωριά του 1512-1520 είναι ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ από τα χωριά που επέλεξαν για το έτος 1461 της έρευνάς τους. Αυτό όπως καταλαβαίνετε, επιστημονικά είναι αδύνατον να δώσει έστω και κατά προσέγγιση συγκριτικά δημογραφικά αποτελέσματα, ΔΙΟΤΙ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ ΠΑΝΤΕΛΩΣ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ, δηλαδή δεν υπάρχουν οι αναγκαίες επιστημονικά σταθερές ΚΟΙΝΕΣ συντεταγμένες και αποδεκτές μέθοδοι, που θα μπορούσαν να δώσουν επιστημονικά αποδεκτό αποτέλεσμα. Από χρόνο σε χρόνο αλλάζει μέθοδο και συγκρίνει διαφορετικούς τόπους. Στην ίδια ευρύτερη περιοχή, αλλά διαφορετικά χωριά!!!
6.– Ενώ οι «ερευνητές» Λεβέντ Καγιαπινάρ και Петя Асенова (Πέτια Ασένοβα), Руси Стойков (Ρούσι Στόϊκοφ) και Тома Кацори (Τόμας Κατσώρι) συμπίπτουν στις παραπάνω (και όχι μόνον) προκλητικές παραλείψεις, τους βλέπουμε να συμπίπτουν επίσης προκλητικά, στην έντεχνη φιλολογικά ανάμειξη των εννοιών ΑΛΒΑΝΟΙ (Albanoi), ΑΡΝΑΟΥΤ (Αrnavut) και ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ (Arvanit) οι οποίες συνυπάρχουν στην τούρκικη γλώσσα σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, και υποδηλώνουν (όπως και στην Ελληνική γλώσσα) διαφορετικούς πληθυσμούς. Οι Τούρκοι θεωρούσαν και ίσως εξακολουθούν να θεωρούν τους Αrnavut εκτουρκισμένους Αλβανούς, ενώ θεωρούσαν τους Αρβανίτες «Γραικούς» ή «Ρωμιούς» δηλαδή και στις δύο αυτές εννοιολογικές περιπτώσεις Έλληνες, με γνωστές κάποιες προσπάθειές τους χωρίς ουσιαστική επιτυχία να τους εκτουρκίσουν, με εξαίρεση το φαινόμενο του γενιτσαρισμού, που εφάρμοσαν σε όλους τους κατακτημένους λαούς.
Αξίζει με την ευκαιρία να σημειώσω, ότι μεταξύ των Τούρκων ιστορικών, υπάρχουν και άτομα με σοβαρότητα, που σε πείσμα των καιρών, άσχετα με το πως προσπαθούν κάποιοι να το παρουσιάσουν, ασχολήθηκαν αντικειμενικά με το περίφημο «Φορολογικό τεφτέρι του σαντακίου των Arvanid» και σας μιλώ για γραφή στα τούρκικα, όπου κάλλιστα μπορούσαν να γράψουν «Αrnavut» ενώ ο επιστημονικά τρισάθλιος Καγιαπινάρ και οι Βουλγαροσκοπιανοί, λένε «….Στην Πελοπόννησο συναντάμε δύο εθνικά στοιχεία και τα οποία είναι το ελληνικό (Rum) και το αλβανικό (Αrnavut) [….. «dini mensubiyetin yanı sıra etnik aidiyet de “an cemaat-i Arnavudan=Arnavut cemaatindendir.” veya “an cemaat-i Rumiyan=Rum cemaatindendir.” …..] – καταλαβαίνετε τη διαφορά και που εν τέλει το πηγαίνουν???
=== Σαν δείγμα σας δείχνω την εικόνα ενός σχετικού εξώφυλλου, του βιβλίου του H. İnalcık, Hicrî 835 Tarihli Sûret-i Defter-i Sancak-i Arvanid, (που το μεταφράζουν Καγιαπινάρ και Μήλας ως «Το κατάστιχο περί Αλβανών με χρονολογία εγίρας 835») Άγκυρα 1954, σ. 85. «Βιλαέτι του Παύλου Κούρτικ, τιμάριο Ισά Μπέη γιου του Παύλου Κούρτικ.»
Αυτή τη πρακτική, Αλβανοποίησης των Ελλήνων Αρβανιτών ως έννοιες ταυτόσημες, τη βλέπουμε εκτεταμένη στα κείμενα του Καγιαπινάρ, των Βουλγαροσκοπιανών Петя Асенова (Πέτια Ασένοβα), Руси Стойков (Ρούσι Στόϊκοφ) και Тома Кацори (Τόμας Κατσώρι) και φυσικά στη παρέα Λιθοξόου. Δεν τους ενδιαφέρει η πραγματική δημογραφική κατάσταση της Πελοποννήσου, αλλά το πως θα πλαστογραφήσουν στοιχεία για να δείξουν τον Ελληνικό πληθυσμό με σημαντική μείωση.
Στις καταγραφές του Καγιαπινάρ και των λοιπών για την επόμενη γενιά 1512-1520, ενώ καταγράφει διαφορετικά τοπωνύμια, βγάζει μια εκρηκτική αύξηση του πληθυσμού κατά 48% και την αποδίδει αφενός στη καλοπέραση με τους Οθωμανούς και αφετέρου στους Αλβανούς που πέθαιναν όμως της… πείνας!!! Μιλά για «πολυπληθέστερα» τα χωριά των Αρβανιτών=Αλβανών του, έναντι των «Ελληνικών» αλλά όταν ξεσκονίζεις τα στοιχεία, αυτούς που αποκαλεί «Έλληνες» είναι πολυπληθέστεροι σε όλες τις κατηγορίες, αλλά και την ιστορική πραγματικότητα, ότι «Έλληνες» και «Αρβανίτες» συγκατοικούσαν στα ίδια χωριά, στις ίδιες πόλεις, στις ίδιες γειτονιές, χωρίς καμία μεταξύ τους διάκριση.
Εγώ δεν ισχυρίζομαι ότι δεν κατέβηκαν και Αλβανοί και συμφωνώ εδώ με τον τρισάθλιο Καγιαπινάρ, ότι ο Τουρχάν πασάς της Θεσσαλίας με τον γιο του Ομέρ μπέη, με εντολή του Σουλτάνου εισέβαλαν στη Πελοπόννησο και την κατέλαβαν, με δύναμη μόλις 2000 Αρναούτ Τουρκαλβανών και με την ίδια δύναμη λεηλατούσε Θήβα και Αττική!!! Για να είμαστε σοβαροί. Άλλο η αναγνώριση μερικής καθόδου κατσαπλιάδων Αλβανών και εντελώς άλλο η εξομοίωση αυτών των συμμοριών, τους με Έλληνες πρόσφυγες από τη Βόρειο Ήπειρο, τους αυτοαποκαλούμενους Έλληνες Αρβανίτες, για να καταδειχθεί ΣΗΜΕΡΑ, η δήθεν δημογραφική αλλοίωση του Ελληνικού πληθυσμού από το 1461.
Τέλος να σημειώσουμε ξανά, τη τεράστια προσπάθεια του Οθωμανικού καθεστώτος, από την πρώτη μέρα οπουδήποτε επιβαλόταν, για αλλαγή τοπωνυμίων και αντικατάσταση επωνύμων οικογενειών με παρατσούκλια, η διάλυση μονών και εκκλησιών και η μετατροπή τους σε τζαμιά. Ακόμα και φαιδρά ορθογραφικά λάθη έκαναν, για να κάνουν αγνώριστη τη κανονική Ελληνική ονομασία ενός τόπου!!!!
ΠΗΓΕΣ:
http://conference.arcadians.gr/media/L.Kayapinar-Leontari_el.pdf
http://conference.arcadians.gr/media/L.Kayapinar-Dimitsana_el.pdf
ΣΧΕΤΙΚΟ:
Η ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΑΛΒΑΝΩΝ, ΕΩΣ ΤΟ 1450 μ. Χ.
— Οι όψιμοι μελετητές του αφανισμού μας, έχουν (λένε) εντοπίσει Οθωμανικά κατάστιχα, δύο εκ των οποίων (καθώς λένε) παρουσιάζουν τεράστιο ενδιαφέρον, ως τα πρώτα που υπήρξαν στον τουρκοκρατούμενο Ελλαδικό χώρο και ειδικότερα στη Πελοπόννησο. Είναι δε αυτά τα «κατάστιχα» φορολογικοί κατάλογοι, στους οποίους καταγράφονταν τα έσοδα, που εισπράτονταν για λογαριασμό κυρίως του Σουλτάνου, αλλά και με πολλά φοροκλεπτικά παιχνίδια από τους εισπράκτορες μπέηδες και πασάδες. Το ένα κατάστιχο βρίσκεται στην Σόφια, στην Εθνική Βιβλιοθήκη «Κύριλλος και Μεθόδιος» με αριθμό 1/14662 και το δεύτερο είναι στο Κρατικό Οθωμανικό Αρχείο στην Κωνσταντινούπολη και είναι καταχωρημένο στα… Κτηματικά Κατάστιχα με αύξοντα αριθμό το 10. Αυτοί οι κατάλογοι είχαν τεράστια κενά, μέχρι 15-20 κενές-λευκές ενδιάμεσες σελίδες!!!
1.– Εν πρώτοις ο επαγγελματίας ανθέλληνας Δημήτρης Χρυσοχόου (ο οποίος έχει το ακραίο βίτσιο να διατηρεί ελληνόηχο ονοματεπώνυμο), αλλοιώνει τον τίτλο της «εργασίας» των ΒουλγαροΤουρκοΣκοπιανών, και από τα Βουλγάρικα «Селищни, лични и фамилни имена от северозападен Пелопонес през средата на XV век» και από τα Γαλλικά «Prenoms, noms de famille et noms de localite dans le nord-quest du Peloponnese vers la moitie du XV siecle» το οποίον μεθερμηνευόμενον στα Ελληνικά σημαίνει «Πρώτα ονόματα, επώνυμα και ονόματα τοποθεσιών βορειοανατολικά της Πελοποννήσου, κατά τα μέσα του 15ου αιώνα» το ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΙ σε «Ονοματεπώνυμα των Αλβανών (Αρβανιτών) της βορειοδυτικής Πελοποννήσου τον 15ο αιώνα [2009]» και μάλιστα εις… διπλούν!!! Αυτό και αν είναι άχτι!!! Συγκρίνατε την πρώτη εικόνα της «εργασίας» των Βούλγαρων, με την εικόνα της ιστοσελίδας του Δημήτρη Λιθοξόου.
3.– Τρίτον: Εμφανίζει έναν σύγχρονο χάρτη της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, εις τρόπον ώστε να παρασύρει όσους μπορεί, να πιστέψουν ότι βλέπουν παλαιό χάρτη, ενώ είναι νεότευκτος, επί του οποίου γράφτηκαν κάποια τοπωνύμια με λατινικούς χαρακτήρες γραφομηχανής. Παρ΄ όλ΄ αυτά, να δούμε τα Αλβανικά ονόματα χωριών που συμπεριέλαβαν οι ευφάνταστοι στον χάρτι??? ΔΕΙΤΕ, ΙΔΙΑ ΠΡΟΦΟΡΑ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ: Πάτραι, Μπάλα, Σούλι, Χαλανδρίτσα (τόπος που χάλλασαν τον Ανδρίτσο – και όχι Καλανδρίτσα του Λιθοξόου), Λαγκάδι, Μητόπολις (εδώ παίζει να φαγώθηκε κάποιο ψηφίο), Κάλανος, Μαυρίκι, Φλόκας, Καλάβρυτα, Βάρδας, Ψάρι, Σπάτα, Άγιος Νικόλας, Αβράμιον, Μπάστα, Βάλακας, Πόρτες, Καλέντζιον, Γρέβενον (που κατοικήθηκε μετά το… 1611 !!!), Ανδραβίδα, Σούλι, Ξένες, Δολιανά, Κάτω Βασίλα, Χάβαρη, Κοκλάκι, Σκλάβα, Άγιος Γεώργιος, Ποταμιά, Κώμη, Λίμνη, Αντώνη, Βόναργον, Μάνεση, Λαμπέτη, Σιώπη, Μουζάκι, Ανδριώνοι, Λάντζοι, Λάλας, Φλόκα, Μηλιές, Βλάχοι, Άγιος Ηλίας, Κουμουνέκρα(?), Μεγαλόπολις, Πετροβούνι, Ψάρι, Λεοντάριον. Από αυτά, μόνον τα τοπωνύμια, τα σημειωμένα με κόκκινο, έχουν Αρβανίτικη (και όχι Αλβανική) ή άλλη ρίζα, και αυτό είναι φυσικό και ανάλογο της μέχρι το 1450 σημειωθείσης περιορισμένης μετανάστευσης ΕΛΛΗΝΩΝ Αρβανιτών στην περιοχή. Τα τοπωνύμια Ψάρι και Σούλι, εμφανίζονται σε 2 διαφορετικές περιοχές.
ΝΑΙ, ο φιλότουρκος, φιλοσκοπιανός, φιλοβούλγαρος και φιλοαλβανός ανθέλληνας Δημήτρης Λιθοξόου, χαρακτηρίζει όλους τους Έλληνες και τους εξελληνισμένους (που ήσαν ένα ποσοστό 7-8% έως το 1450, ως Αλβανούς. Εκτός των επάνω χαρακτηριστικών παραδειγμάτων, μπορώ ενδεικτικά να συμπληρώσω, ότι το Koçiça ή Koči είναι σλάβικη ονομασία που τη συναντάμε από την Σερβία μέχρι την Πολωνία!!! Επίσης το Kuvela (Κουβέλια) είναι Σλάβικο και σημαίνει κρυψώνα. Το όνομα Esteri είναι Ιταλικό και σημαίνει αλλοδαπός.
Έχοντες υπ΄ όψιν μας, τις μέχρι τώρα δημοσιεύσεις μας, περί Αρβάνου, Αρβάνων και των Ελλήνων Αρβανιτών, αλλά και για το χρησιμοποιούμενο από την Αλβανική προπαγάνδα σύγχυσης, μουσουλμανικό χωριό Arben – Άρμπεν (στα Γκέκικα) ή Arber -Άρμπερ (στα Τόσκικα) και την περί αυτού περιοχή Arberia, δια τα οποία ιδίως συμπεριλάβαμε στις αναρτήσεις:
Το Δεσποτάτο της Ηπείρου ήταν ένα από τα κράτη που προέκυψαν από την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την Δ΄ Σταυροφορία το 1204. Μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας θεωρούσε ότι είναι νόμιμη συνέχεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αρχικά περιελάμβανε τα εδάφη της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας. Γρήγορα επεκτάθηκε στα Ιόνια Νησιά καθώς και σε σημαντικά τμήματα της Αλβανίας, της Θεσσαλίας της Μακεδονίας και της Θράκης.Ιδρύθηκε από τον Μιχαήλ Α΄ Δούκα το 1204. Ο Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός Δούκας ήταν εξάδελφος των αυτοκρατόρων Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου και Αλεξίου Γ΄. Αρχικά είχε συνάψει συμμαχία με τον Βονιφάτιο Μονφερατικό. Στη συνέχεια προσπάθησε να ανακόψει την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους αν και δεν τα κατάφερε, χάνοντας στη μάχη του ελαιώνα του Κούνδουρου. Επέστρεψε στην Ήπειρο, στην πρώην αυτοκρατορική επαρχία του Θέματος της Νικοπόλεως και ίδρυσε το Δεσποτάτο της Ηπείρου με έδρα την Άρτα διαλύοντας τη συμμαχία με τον Βονιφάτιο.
Σύντομα η Ήπειρος έγινε η νέα πατρίδα Ελλήνων προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλία και την Πελοπόννησο και ο Μιχαήλ αναφερόταν ως ο δεύτερος Νώε, ο οποίος έσωζε τον κόσμο από τον κατακλυσμό των Φράγκων. Ο Ιωάννης Ι΄ Καματηρός, Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης δεν τον θεωρούσε νόμιμο διάδοχο και ακολούθησε τον Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη στη Νίκαια της Βιθυνίας. Έτσι ο Μιχαήλ αναγνώρισε την εξουσία του Πάπα Ιννοκέντιου Γ’ στην Ήπειρο, κόβοντας τους δεσμούς του με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο Ερρίκος της Φλάνδρας απαίτησε την υποταγή του Μιχαήλ στη Λατινική Αυτοκρατορία, κάτι που ο Μιχαήλ έκανε, τουλάχιστο κατ’ όνομα, επιτρέποντας στην κόρη του να παντρευτεί τον αδελφό του Ερρίκου, Ευστάθιο (Eustace) το 1209. Ο Μιχαήλ δεν κράτησε τη συμφωνία του. Θεωρώντας ότι η ορεινή Ήπειρος θα ήταν απρόσβλητη από τους Λατίνους σύναπτε ή κατέλυε συμμαχίες σύμφωνα με τις περιστάσεις. Στο μεταξύ, οι συγγενείς του Βονιφάτιου από το Μονφεράτ, είχαν βλέψεις για την Ήπειρο και το 1210 ο Μιχαήλ συμμάχησε με τη Βενετία και επιτέθηκε στο Βονιφάτιο στη Θεσσαλονίκη. Ο Μιχαήλ ήταν ιδιαίτερα σκληρός με τους αιχμαλώτους του, σταυρώνοντας σε κάποιες περιπτώσεις Λατίνους ιερείς. Αντιδρώντας, ο Ιννοκέντιος τον αφόρισε. Ο Ερρίκος κράτησε την πόλη και εξανάγκασε τον Μιχαήλ σε νέα, ονομαστική τουλάχιστον, συμμαχία.
Ο Μιχαήλ όμως έστρεψε την προσοχή του στην κατάληψη άλλων στρατηγικά σημαντικών πόλεων που κατείχαν οι Λατίνοι: Λάρισα, Δυρράχιο και Οχρίδα παίρνοντας στον έλεγχό του την Εγνατία Οδό, τον κύριο δρόμο για την Κωνσταντινούπολη. Πήρε επίσης στον έλεγχό του λιμάνια του Κορινθιακού κόλπου. Το 1214, κατάλαβε την Κέρκυρα από τη Βενετία, αλλά αργότερα δολοφονήθηκε στα τέλη του ίδιου έτους. Tον διαδέχθηκε ο νόθος αδελφός του Θεόδωρος.
Ο Θεόδωρος αμέσως επιτέθηκε στη Θεσσαλονίκη και πολέμησε με τους Βούλγαρους. Ο Ερρίκος της Φλάνδρας πέθανε στην αντεπίθεση και το 1217 ο Θεόδωρος αιχμαλώτισε το διάδοχό του Πέτρο του Κουρτεναί και πιθανότατα τον εκτέλεσε. Η Λατινική αυτοκρατορία όμως διέσπασε την προσοχή της λόγω της αυξανόμενης δύναμης της Νίκαιας και δεν μπόρεσε να σταματήσει τον Θεόδωρο να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη το 1224.
Το 1225, μετά την κατάληψη της Αδριανούπολης από τον Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη του βασιλείου της Νικαίας, ο Θεόδωρος καταφθάνει και καταλαμβάνει με τη σειρά του την πόλη. Ο Θεόδωρος συμμάχησε επίσης με τους Βούλγαρους για να διώξει τους Λατίνους από την Θράκη. Το 1227 ο Θεόδωρος έχρισε τον εαυτό του Αυτοκράτορα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, πράγμα όμως που δεν αναγνωρίστηκε από τους περισσότερους ελληνικούς θεσμούς, κυρίως από τον Πατριάρχη της Νικαίας.
Το 1230, ο Θεόδωρος καταλύει την συμμαχία με τους Βούλγαρους, ευελπιστώντας να προκαλέσει την πτώση του Ιβάν Ασέν Β΄ (Ivan Asen II) που τον είχε παρεμποδίσει να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη. Στην μάχη της Κλοκοτνίτσα (κοντά στο Χάσκοβο στην Βουλγαρία) ο Βούλγαρος Τσάρος νίκησε, αιχμαλώτισε και στη συνέχεια τύφλωσε τον Θεόδωρο. Έτσι, στο θρόνο του Δεσποτάτου της Ηπείρου ανήλθε ο ανεψιός του ο Μιχαήλ Β΄. Στη συνέχεια ο Θεόδωρος απελευθερώθηκε και διοίκησε τη Θεσσαλονίκη μαζί με τον αδερφό του Εμμανουήλ σαν υποτελής.
Η Ήπειρος ποτέ δεν μπόρεσε να ανακτήσει την ισχύ της μετά την ήττα. Ο Μιχαήλ Β΄ αφότου έχασε την Θεσσαλονίκη που καταλήφθηκε από την αυτοκρατορία της Νικαίας 1246, συμμάχησε με τους Λατίνους εναντίον της Νικαίας. Το 1248 ο Ιωάννης Βατάτζης εξανάγκασε τον Μιχαήλ Β΄ να τον αναγνωρίσει ως αυτοκράτορα και εις αντάλλαγμα τον αναγνώρισε ως Δεσπότη της Ηπείρου. Η εγγονή του Βατάτζη, Μαρία, παντρεύτηκε τον υιό του Μιχαήλ, Νικηφόρο. Ενώ το 1248 η κόρη του Μιχαήλ, Άννα, παντρεύτηκε τον Γουλιέλμο Β΄ Βιλλεαρδουίνο του Πριγκιπάτου της Αχαΐας, και ο Μιχαήλ αποφάσισε να εκπληρώσει, βάση της συμμαχίας τους, τις υποχρεώσεις του έναντι του Βατάτζη. Στην μάχη που ακολούθησε όμως ηττήθηκε, και ο παλιός Δεσπότης, Θεόδωρος, συνελήφθη εκ νέου και πέθανε αυτή τη φορά στην φυλακή.
Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης συμμάχησε με τον Μιχαήλ Β΄ και τους διαδόχους του, και τα παιδιά τους, που είχαν αρραβωνιαστεί από τον Ιωάννη χρόνια πριν, παντρεύτηκαν τελικά το 1257, λαμβάνοντας έτσι εις αντάλλαγμα το Δυρράχιο. Ο Μιχαήλ Β΄ όμως δεν δέχτηκε την εδαφική παραχώρηση το 1257 και εξεγέρθηκε, νικώντας μάλιστα τον στρατό της Νικαίας τον οποίο ηγείτο ο Γεώργιος Ακροπολίτης. Καθώς ο Μιχαήλ κατευθυνόταν προς την Θεσσαλονίκη, δέχθηκε επίθεση από τον Μανφρέδο Χοενστάουφεν της Σικελίας ο οποίος κατέλαβε την Αλβανία και την Κέρκυρα. Εντούτοις ο Μιχαήλ σύναψε συμμαχία μαζί του παντρεύοντας την κόρη του Ελένη μαζί του. Μετά τον θάνατο του Θεόδωρου Β΄, ο Μιχαήλ Β΄, ο Μανφρέδος και ο Γουλιέλμος Β΄ πολέμησαν κατά τον νέο αυτοκράτορα της Νικαίας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο. Η συμμαχία ήταν πολύ ασταθής και το 1259 ο Γουλιέλμος συνελήφθη στην μάχη της Πελαγονίας. Ο Μιχαήλ Η΄ μπόρεσε να καταλάβει την πρωτεύουσα του Μιχαήλ Β΄, την Άρτα, περιορίζοντας την εξουσία του Μιχαήλ Δούκα στις πόλεις των Ιωαννίνων και της Βόνιτσας. Η Άρτα επανακατελήφθη το 1260 όταν ο Μιχαήλ Η΄ ήταν απασχολημένος με την επανακατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως.
Μετά την αποκατάσταση της αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, ο Μιχαήλ Η΄ έκανε συχνές επιθέσεις ενάντια της Ηπείρου και εξανάγκασε το γιό του Μιχαήλ Β΄, Νικηφόρο, να παντρευτεί την ανιψιά του Άννα Καντακουζηνή, το 1265. Ο Μιχαήλ Η΄ θεωρούσε την Ήπειρο υποτελή, αν και ο Μιχαήλ Β΄ και ο Νικηφόρος συνέχιζαν να είναι σύμμαχοι με το Πριγκιπάτο της Αχαΐας και το Δουκάτο των Αθηνών. Το 1267 η Κέρκυρα και μεγάλο κομμάτι της Ηπείρου καταλήφθηκαν από τον Κάρολο των Ανζού και το 1271 ο Μιχαήλ Β΄ πέθανε, αν και ο Μιχαήλ Η΄ δεν προσπάθησε να καταλάβει άμεσα την Ήπειρο. Επέτρεψε στο Νικηφόρο να διαδεχθεί το Μιχαήλ Β΄ και να αντιμετωπίσει τον Κάρολο, ο οποίος κατέλαβε το Δυρράχιο μέσα στον ίδιο χρόνο. Το 1270 ο Νικηφόρος συμμάχησε με τον Κάρολο εναντίον του Μιχαήλ Η΄, δεχόμενος να γίνει υποτελής του. Με την ήττα του Καρόλου, ο Νικηφόρος έχασε την Αλβανία από την αυτοκρατορία.
Στην εποχή του Ανδρόνικου Β΄, ο Νικηφόρος ανανέωσε τη συμμαχία του με την Κωνσταντινούπολη. Το 1292 όμως, ο Νικηφόρος συμμάχησε με τον Κάρολο Β΄ της Νάπολης αν και ο Κάρολος νικήθηκε από τον στόλο του Ανδρόνικου. Ο Νικηφόρος πάντρεψε την κόρη του με το γιο του Καρόλου, Φίλιππο Α΄ του Τάραντο και του πούλησε μεγάλο κομμάτι της κυριαρχίας του. Μετά το θάνατο του Νικηφόρου το 1296, η επιρροή των Βυζαντινών μεγάλωσε όσο κυβερνούσε η Άννα, η εξαδέλφη του Ανδρονίκου Β΄, για λογαριασμό του νεαρού γιου της Θωμά. Το 1306 επαναστάτησε εναντίον του Φιλίππου, παίρνοντας το μέρος του Ανδρονίκου. Οι Λατίνοι κάτοικοι εκδιώχθηκαν, αλλά εξαναγκάστηκε να επιστρέψει κάποια εδάφη στο Φίλιππο. Το 1312, ο Φίλιππος εγκατέλειψε τις βλέψεις του για την Ήπειρο και τις έστρεψε προς την αποθνήσκουσα Λατινική αυτοκρατορία.
Η Άννα πάντρεψε τον Θωμά με μια κόρη του Ανδρόνικου Β΄, αλλά αυτός δολοφονήθηκε το 1318 από τον Νικόλαο Ορσίνι ο οποίος παντρεύτηκε τη χήρα του και πήρε τον έλεγχο του Δεσποτάτου. Αναγνωρίστηκε σαν νόμιμος ηγέτης του Δεσποτάτου από τον Ανδρόνικο Β΄, αλλά τον ανέτρεψε ο αδελφός του Ιωάννης Β΄ Ορσίνι το 1323. Ο Ιωάννης δηλητηριάστηκε από τη γυναίκα του Άννα, η οποία άσκησε την αντιβασιλεία για λογαριασμό του Νικηφόρου Β΄. Το 1337 ο Ανδρόνικος Γ΄, έφτασε στη βόρεια Ήπειρο με ένα στρατό που εν μέρει ήταν συγκροτημένος από 2000 Τούρκους που τους είχε παράσχει ο σύμμαχός του, Ομούρ του Αϊδινίου. Είχαν αναφερθεί ταραχές στις περιοχές του Βερατίου και των Κανίνων ως συνέπεια των επαναλαμβανόμενων επιθέσεων των Αλβανών. Ο Ανδρόνικος νίκησε τους Αλβανούς και έστρεψε την προσοχή του στο Δεσποτάτο. Η Άννα, η χήρα του δεσπότη, προσπάθησε να έρθει σε διαπραγματεύσεις μαζί του, αλλά ο Ανδρόνικος απαίτησε την ολοκληρωτική υποταγή του Δεσποτάτου, στο οποίο η Άννα τελικά συμφώνησε. Έτσι το Δεσποτάτο της Ηπείρου ενσωματώθηκε ειρηνικά και πάλι στην Αυτοκρατορία. Όμως, ένας από τους όρους της συμφωνίας ήταν ο Νικηφόρος Β΄ να αρραβωνιαστεί μία από τις κόρες του Ιωάννη Καντακουζηνού. Όταν ήλθε ο καιρός να γίνει ο αρραβώνας, ανακαλύφθηκε ότι ο Νικηφόρος είχε εξαφανισθεί.
Τελικά ο Ανδρόνικος έμαθε πως ο Νικηφόρος είχε μεταφερθεί στην Ιταλία από μέλη της Ηπειρωτικής αριστοκρατίας που ήταν υποστηρικτές της ανεξαρτησίας της Ηπείρου. Εκεί, διέμεινε για ένα χρονικό διάστημα στον Τάραντα, στην αυλή της Αικατερίνης Βαλουά, τιτουλάριας αυτοκράτειρας της Κωνσταντινούπολης. Το 1339 ξέσπασε επανάσταση στην Ήπειρο με την υποστήριξη της Αικατερίνης, που βρισκόταν στην Πελοπόννησο, και του Νικηφόρου που είχε επιστρέψει στην Ήπειρο και είχε την έδρα του στο Θωμόκαστρο. Στα τέλη όμως του 1339, αυτοκρατορικά στρατεύματα έφτασαν στην περιοχή, και το 1340 έφτασε ο ίδιος ο Ανδρόνικος συνοδεύμενος από τον Ιωάννη Καντακουζηνό. Τελικά οι επαναστάτες πείστηκαν με τη δύναμη της διπλωματίας και όχι τόσο των όπλων να υποταχθούν στην εξουσία του αυτοκράτορα. Ο Νικηφόρος παρέδωσε το Θωμόκαστρο, αρραβωνιάστηκε την Μαρία, κόρη του Ιωάννη Καντακουζηνού και πήρε τον τίτλο του πανυπερσέβαστου.
Όταν η αυτοκρατορία βρέθηκε σε εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου και του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού, η Ήπειρος καταλήφθηκε από τους Σέρβους. Ο Νικηφόρος Β΄ κατάφερε να ανακαταλάβει την Ήπειρο το 1356 και πρόσθεσε στην επικράτειά του τη Θεσσαλία. Ο Νικηφόρος πέθανε κατά την κατάπνιξη επανάστασης από Αλβανούς, οι οποίοι είχαν εισέλθει στην ευρύτερη περιοχή προς υποστήριξη των Σέρβων, το 1359 και το δεσποτάτο ενσωματώθηκε εκ νέου στην αυτοκρατορία. Στις επόμενες δεκαετίες έπεσε στα χέρια των ιταλικών οικογενειών Μπουοντελμόντι και Τόκκων, από τους οποίους την πήραν οι Οθωμανοί.
Σημειώνεται ότι το Δεσποτάτο της Ηπείρου καταλύθηκε το 1359, οι παρακάτω «Τσάροι» υπήρξαν τοποτηρητές του Σέρβου τσάρου, που διατήρησαν και τον τίτλο του Δεσπότη της Ηπείρου.
Χωρίς αμφιβολία, η περίοδος 1200 – 1450 μ.Χ. είναι η πλέον ταραχώδης, για την Βυζαντινή αυτοκρατορία και την Ήπειρο ιδιαίτερα, με σκληρούς και αδιάκοπους πολέμους, από το Ιόνιο μέχρι και την Μικρά Ασία (Κωνσταντινούπολης και Νίκαιας, αλλά και Τραπεζούντας συμπεριλαμβανομένων) και από τα τότε όρια Σερβίας και Βουλγαρίας, έως και τη βόρεια Πελοπόννησο.
Αυτή η πολύπλευρη κρίση, είναι φύση αδύνατον να μην επηρέασε την στρατοκρατική κοινωνία των Αρβανιτών, οι οποίοι μάλιστα, από το μεσοδιάστημα αυτής της περιόδου, άρχισαν να γίνονται διάσημοι και περιζήτητοι σαν επαγγελματίες πολεμιστές, γνωστοί πλέον ως «stradioti» στους Λατίνους ηγεμόνες μέχρι και την Ισπανία, στην Αίγυπτο και Λιβύη, στη Κύπρο και στη Συρία!!!
Παρά την γενική κρίση, τη πρώτη περίοδο, περί το 1200 με 1300 μ.Χ., καταγράφεται αύξηση του πληθυσμού της Ηπείρου, σε πείσμα κάποιων καταστροφολόγων των Ελλήνων της εποχής, λόγω μεγάλου μεταναστευτικού κύματος ΕΛΛΗΝΩΝ, από την Κωνσταντινούπολη και την ευρύτερη περιοχή της, οι οποίοι αναζήτησαν και βρήκαν καταφύγιο στην Ήπειρο
Θα πρέπει να μη φανταζόμαστε πολυπληθέστατους στρατούς. Εκείνη την περίοδο (αλλά και αμέσως μετά), κανένας ηγεμόνας δεν μπορούσε να συγκροτήσει στρατό, που να ξεπερνούσε συνολικά τη δύναμη των 10.000 ανδρών το πολύ και που στις πλείστες των περιπτώσεων έπρεπε να διασπάτε σε δύο και τρία μέτωπα συγχρόνως. Τα σύνορα των χαρτών είναι ενδεικτικά και ουδέποτε οριστικά και συνέβαινε το παράδοξο, ενώ ένας ηγεμόνας-φεουδάρχης εμφανιζόταν να έχει στη κατοχή του μια ευρύτατη περιοχή, στη πραγματικότητα εντός της φαινομενικής επικράτειάς του, υπήρχαν ανυπότακτες περιοχές, τόσο στη Βόρειο Ήπειρο (Άρβανα κλπ), όσο και στη Νέα Ήπειρο (σημερινή Βόρεια Αλβανία), τους άτυπους ηγεμόνες των οποίων, οι τιτλούχοι πρίγκιπες ή δούκες, αποκαλούσαν άρχοντες των βουνών.
Ο κάθε ηγεμονίσκος Ηπείρου, Μακεδονίας, Θεσσαλίας, καραδοκούσε κάθε στιγμή, να βρει την ευκαιρία να υποτάξει τις όμορες με συτόν μικροηγεμονίες και να επεκτείνει την επικυριαρχία του και πέραν από αυτές, εκμεταλλευόμενος τη κατάσταση αποσύνθεσης της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Επειδή έκαστος γνώριζε και τις πραγματικές του δυνάμεις, για να πετύχει του σκοπού του, σύναπτε συμμαχίες τοπικού επιπέδου, αλλά κατά τέτοιον τρόπο μεταβλητότητας, που και αυτές οι συνάψεις πρόσκαιρων αλλά και αλλοπρόσαλλων συμμαχιών, αποδεικνύουν τη πολιτικοστρατιωτική ρευστότητα της περιοχής τη περίοδο 1200 – 1450.
Η στρατιωτική πίεση δεν υφίστατο μόνο μεταξύ των τοπικών ηγεμονίσκων Ηπείρου, Μακεδονίας και Θεσσαλίας. Σύντομα οι στρατιωτικές πιέσεις άρχισαν να εμφανίζονται από δυσμάς από τους Λατίνους ηγεμόνες και από βοράν, από την Βουλγαρία και από την Σερβία. Από το 1300 περίπου και μετά, ο οποιοσδήποτε (πλην των πιστών μέχρι τέλους στη Βυζαντινή αυτοκρατορία) δεν δίσταζε να συμμαχεί με Τούρκους, είτε για να ικανοποιήσεις τις φιλοδοξίες του, είτε για να περισώσει τα κεκτημένα του. Το τελευταίο αποδείχθηκε βούτυρο στο ψωμί των Τούρκων, οι οποίοι με διάθεση μικρών κατά περίπτωση δυνάμεων, είχαν διεισδύσει σε όλη την Βαλκανική χερσόνησο και έγιναν οι ρυθμιστές των εξελίξεων και μετέπειτα κατακτητές.
Οι πολλοί γάμοι μεταξύ οικογενειών αριστοκρατών, Βυζαντινών, Βούλγαρων, Σέρβων, Λατίνων κλπ, δεν μπόρεσαν να αποκαταστήσουν μια στοιχειώδη σταθερότητα στη περιοχή της Ηπείρου, της οποίας πρέπει να τονίσουμε, το ρεύμα για πλήρη ανεξαρτητοποίηση είχε γιγαντωθεί περί το 1350 περίπου.
Από το 1359 μέχρι το 1385, έχουμε τη δεύτερη στρατιωτική διείσδυση προς νότον των Σέρβων, που επηρέασε πρωτίστως την Ήπειρο. Οι Σέρβοι και στις δύο εισβολές τους δεν δημιούργησαν πληθυσμιακές αναταράξεις σε βάρος του Ελληνικού πληθυσμού. Αντιθέτως, εκτιμώντες τις Ελληνικές κοινωνικές δομές που υπερίσχυαν σε Ηπείρο, Θεσσαλία και Μακεδονία, είχαν τη πρόνοια να αυτοαναγορεύονται σε βασιλείς ή αυτοκράτορες Σέρβων και Ελλήνων.
Επίσης, δεν υπάρχουν γραπτά κείμενα που να αναφέρουν ότι τα διάφορα ετερόκλητα εκστρατευτικά σώματα, συνοδεύονταν από εισβολή μεταναστών. Κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο, διότι σε περιόδους παρατεταμένων ή συχνά επαναλαμβανόμενων πολέμων σε μια περιοχή, είναι εντελώς ασύνηθες, άοπλοι πληθυσμοί, να μετοικίζουν και να εγκαθίστανται σε αυτήν, ενώ εξακολουθούν οι πόλεμοι και η διοικητική αστάθεια. Αντίθετα, η φτώχεια ως επακόλουθο των μακροχρόνιων πολέμων, εξαναγκάζει μερικές φορές ντόπιους πληθυσμούς, να μετακινούνται προς ασφαλέστερες περιοχές. Στη περίπτωση της Ηπείρου όμως, είδαμε να υπάρχει αναφορά μετεγκατάστασης σε αυτήν ΕΛΛΗΝΩΝ προσφύγων από τη περιοχή Κωνσταντινουπόλεως μετά το 1204, επειδή θεωρούσαν την εύφλακτον Ήπειρο, σαν περισσότερο ασφαλή από την Κωνσταντινούπολη!!!
ΕΠΟΜΕΝΩΣ, μέχρι το 1400 – 1430, δεν βλέπουμε να έχουμε σοβαρή διείσδηση αλλογενών πληθυσμών (Αλβανών, Σλάβων) διότι ούτε οι στρατιωτικές δυνάμεις αποκτούσαν μακρόχρονη επικράτηση, ούτε και μαζική μετανάστευση Ελλήνων Αρβανιτών παρατηρείται. Το ότι έστω και πρόσκαιρα, η Βυζαντινή αυτοκρατορία, κατώρθωσε να ανακτήσει τα περισσότερα εδάφη της σε Μακεδονία, Θεσσαλία και Ήπειρο (συμπεριλαμβανομένων και των Άρβανων σύμφωνα με χάρτη της εποχής 1252 – 1315) σημαίνει ότι τα ερείσματα του Βυζαντίου σε Ελληνικούς πληθυσμούς ήσαν σημαντικότατα.

Η εις το μέσον του χάρτη διακεκομένη «ΓΡΑΜΜΗ JIRECEK» – «Jireček Line» στο ήψος της Κρόϊας, δείχνει κατά τον διάσημο Αλβανολόγο, μέχρι ποίου ορίου υπήρξε η επιρροή της Ελληνικής γλώσσης, έως το 1400 μ.Χ.

Απεικόνιση των Αρβάνων μετά των οδικών αρτηριών (κίτρινο χρώμα) συμπεριλλαμβανομένης και της αρχαίας Εγνατίας οδού, που διέρχονταν από τα Άρβανα βουνά και ελέγχονταν από τους Αρβανίτες φρουρούς του Βυζαντίου.
Αυτά τα στοιχεία είναι πανίσχυρα και αφού η εν λόγω περιοχή κατοικείτο τουλάχιστον κατά το 1000 μ.Χ. και έως το 1400 μ.Χ., είναι βέβαιο ότι κατοικείτο από τους…. ΑΡΒΑΝΙΤΕΣ. Όλες δε οι έρευνες έχουν αποδείξει, ότι η θρησκεία των κατοίκων αυτής της περιοχής, (ανεξάρτητα με το τι έκανε ο προμνημονευθής επίσκοπος Αρβάνων Λάζαρος, ήταν και παρέμειναν μέχρι ξεριζωμού τους ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ. Η γλώσσα αυτών των Αρβανιτών, σύμφωνα με τις μελέτες των υπό των Αλβανών διορισθέντων Κονσταντίν Jireček το 1911 και Milan Šufflay 1928 ήταν η Ελληνική, αλλά μιλούσαν και τα Αλβανικά.

Η θέση της αρχαίας κωμόπολης ΑΡΒΩΝ στην άνω Αδριατική, η ελλιπής ρίζα της λέξεως αυτής και η εξαφάνισής της εκατοντάδες χρόνια πριν, δεν δικαιολογεί τον συσχετισμό της με την προέλευση του ονόματος ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ. Αντίθετα τα ΑΡΒΑΝΑ, ήσαν υπαρκτά το κρίσιμο διάστημα 1000 – 1400 μ.Χ., ισχυρά στρατιωτικά και αποδεδειγμένα κατοικημένα την ίδια περίοδο.
— Χθες και σήμερα, θέλοντας και μη ασχολήθηκα πολύ με την Ελληνική γλώσσα, που σε μας τους Αρβανίτες ανήκει όσο σε κανέναν άλλον, και με την…. original.
— ΜΕΤΕΤΗΣΤΕ ΤΑ ΛΟΙΠΟΝ ΤΟΥΣ ΣΤΟΙΧΟΥΣ ΑΠΌ ΚΑΛΑΝΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ …ΓΝΩΜΙΚΟ ΤΩΝ ΠΑΠΟΥΔΩΝ ΣΑΣ (ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΝ ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ΟΤΙ ΜΟΝΟ ΑΥΤΑ ΗΞΕΡΑΝ ΚΑΙ ΜΙΛΟΥΣΑΝ) ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΙΝΑΤΕ ΤΑ ΜΕ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ ΠΟΥ ΣΑΣ ΣΕΡΒΙΡΟΥΝ ΜΕ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΚΑΣΕΤΕΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΩΝ ΣΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΛΒΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΣΥΓΚΡΙΝΕΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΣΤΗΜΕΝΟΥΣ ΑΛΒΑΝΙΚΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ, ΩΣ ΔΗΘΕΝ ΑΡΒΑΝΙΤΙΚΟΥΣ. ΛΟΓΙΚΑ, ΔΕΝ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΣΧΕΔΟΝ 200 ΧΡΟΝΙΑ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΝΑ ΕΙΧΕ ΑΥΞΗΘΕΙ ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΡΒΑΝΙΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟ??? ΠΩΣ ΔΙΑΟΛΟ ΜΕΤΑΒΛΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ 40% ΣΕ 100% ΑΛΒΑΝΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΘΕΣΤΕ ΚΑΙ ΠΑΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΠΡΑΚΡΟΤΕΣ ΤΩΝ ΤΥΡΑΝΩΝ??? ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ?????? ΔΕΙΤΕ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΣΑΤΥΡΙΚΟΥ ΓΝΩΜΙΚΟΥ:
— Τελικά, το Άρβανο, το Σούλη, η Ελλάδα, οι μήτρες από τις οποίες γεννήθηκαν οι περισσότεροι ήρωες, αποδείχθηκαν ότι δεν ήσαν αρκετές για επαναστάτες – γίγαντες, σαν τον Έλληνα – Αρβανίτη ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗ. Χρειάζεται η οικουμένη!!!!!! — Ἡ Δόξα δεξιὰ συντροφεύει
τὸν ἄντρα, ποὺ τρέχει μὲ κόπους
τῆς Φήμης τοὺς δύσβατους τόπους,
καὶ ὁ Φθόνος τοῦ στέκει ζερβά,
μὲ μάτια, μὲ χείλη πικρά.
— Ἀλλ᾿ ὅποτε ἡ μοίρα τοῦ γράψει
τὸν δρόμον τοῦ κόσμου νὰ πάψει,
ἡ Δόξα καθίζει μονάχη
στὴν πλάκα τοῦ τάφου λαμπρή,
καὶ ὁ Φθόνος ἀλλοῦ περπατεῖ.
— Στὴν πλάκα τοῦ Μάρκου καθίζει
ἡ Δόξα λαμπράδες γιομάτη.
Κλεισμένο γιὰ πάντα τὸ μάτι,
ὁποῦχε πολέμου φωτιά. –
Ἐλᾶτε ν᾿ ἀκοῦστε, παιδιά!
— Σοφοὶ λεξιθῆρες μακρύα,
μὴ λάχῃ σᾶς βλάψω τ᾿ αὐτία.
Τρεχάτε στὰ μνήματα μέσα,
καὶ ψάλτε μὲ λόγια τρελλὰ –
ἐλᾶτε ν᾿ ἀκοῦστε, παιδιά!
— Τὸ λείψανο, ποῦχε γλυτώσει
ὁ Πρίαμος μὲ θρήνους, μὲ δῶρα,
ἐγύριζε ὀπίσω τὴν ὥρα
ποὺ πέφτει στὴν ὄψι τῆς γῆς
τὸ φῶς τὸ γλυκὸ τῆς αὐγῆς.
— Ἐβγῆκαν μαζὶ τῆς θλιμμένης
Τρωάδας ἀπ᾿ ὅλα τὰ μέρη
γυναῖκες, παιδάκια καὶ γέροι,
θρηνώντας, νὰ ἰδοῦν τὸ κορμὶ
ποὺ χάνει γι᾿ αὐτοὺς τὴν ψυχή.
— Κλεισμένο δὲν ἔμεινε στόμα
ἀπάνου στοῦ Μάρκου τὸ σῶμα.
Ἀπέθαν᾿ ἀπέθαν᾿ ὁ Μάρκος.
Μία θλίψη, μία ἄκρα βοή,
καὶ θρῆνος καὶ κλάψα πολλή.
— Παρόμοια ἠχὼ θὰ λαλήσει,
τοῦ κόσμου τὴν ὕστερη μέρα,
παντοῦ στὸν καινούργιον ἀέρα.
Παρόμοια στοὺς τάφους θὰ ἐμβεῖ
νὰ κάμει καθένας νὰ ἐβγεῖ. (ΠΗΓΗ: users.uoa.gr)
Θρήνος μεγάλος έγινε μέσα στο Μεσολόγγι
το Mάρκο παν, παιδιά μ’, στην εκκλησιά.
Tο Mάρκο παν στην εκκλησιά, το Mάρκο παν στον τάφο
’ξήντα παπάδες παν μπροστά.
Αέρας τα φυσάει τα πλατανόφυλλα
Θεός να τα φυλάει τα ελληνόπουλα.
![]()
Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη
Πίνακας από τον Ludovico Lipparini, που βρίσκεται στο μουσείο της Τεργέστης στην Ιταλία
![]()
Ο Μπότσαρης αποθνήσκει στο καρπενήσι. Εγχρωμη λιθογραφία. Πέτερ φον Ες.
![]()
Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη. Πένα,σέπια και μελάνη. Αθανάσιος Ιατρίδης.
O Μάρκος Μπότσαρης, μαζί με τον θείο του Νότη, αγωνιζόταν στο πλευρό των σουλτανικών δυνάμεων εναντίον του τυράννου της Ηπείρου, του Αλή Πασά, επειδή είχαν πάρει την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην πατρίδα τους. Βλέποντας ότι οι Τούρκοι αθετούσαν την υπόσχεση τους, όταν ο Αλή Πασάς πολιορκήθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα στα τέλη του 1820, ο Μπότσαρης ήρθε σε συνεννόηση μαζί του και ζήτησε τον επαναπατρισμό των Σουλιωτών, με αντάλλαγμα να βοηθήσουν τον Αλή στον αγώνα εναντίον των στρατευμάτων του Σουλτάνου, πράγμα που έγινε. Πρώτη του επιτυχία ήταν η νίκη στους Καμψάδες και στα Πέντε Πηγάδια και η κατάληψη των φρουρίων της Ρηγιάσας και της Ρινιάσσας. Ακολούθησαν οι νικηφόρες μάχες στο Κομπότι της Άρτας (3 Ιουλίου 1821) και στην Πλάκα, που του έδωσαν τον τίτλο του αρχιστράτηγου της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Μάλιστα το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντιζηλία των άλλων οπλαρχηγών κάτι το οποίο εξόργισε τον Μπότσαρη, ο οποίος μπροστά τους έσκισε το χαρτί του διορισμού του λέγοντας: «Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα αύριο μπροστά στον Εχθρό». Αυτή η μεγαλοπρεπής πράξη του αποδεικνύει την ανιδιοτέλειά του και την αγάπη του για την πατρίδα. Επίσης έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα που κατέληξε σε καταστροφή, ενώ βρέθηκε μεταξύ των υπερασπιστών του Μεσολογγίου στην πρώτη του πολιορκία στα τέλη του 1822, όπου παρασύροντας τους Τούρκους σε πλαστές συνομιλίες έδωσε χρόνο στους πολιορκημένους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις.
Το καλοκαίρι του 1823 προσπάθησε να ανακόψει το δρόμο στα τούρκικα στρατεύματα που επέδραμαν προς την δυτική Ρούμελη. Τη νύχτα της 21ης Αυγούστου, επικεφαλής 350 Σουλιωτών, επιτέθηκε κατά των 4.000 Τούρκων του Μουσταή Πασά, που είχαν στρατοπεδεύσει στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου, στη μάχη που έμεινε γνωστή ως Μάχη του Κεφαλόβρυσου. Παρά τον αρχικά ελαφρύ τραυματισμό, συνέχισε να πολεμάει και κατάφερε να νικήσει τον Μουσταφα πασα. Όμως μια τουρκική σφαίρα τον άφησε νεκρό. Τότε οι Σουλιώτες, αν και νίκησαν, διέκοψαν τον αγώνα για να παραλάβουν τον αρχηγό τους και τα λάφυρα. Μεταφέροντας τον νεκρό προς το Μεσολόγγι όπου τελικά τον ενταφίασαν, σταμάτησαν για λίγο στον νάρθηκα της Μονής Προυσσού όπου ευρισκόταν ο Καραϊσκάκης κατάκοιτος. Αυτός τον ασπάστηκε λέγοντας «Άμποτε ήρωα Μάρκο, κι’ εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω«
Ο νεκρός μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι με θριαμβική πομπή που περιγράφει ο Πουκεβίλ. Του θριάμβου προηγούνταν Τούρκοι αιχμάλωτοι, ακολουθούσαν οι αιχμαλωτισμένοι ίπποι των αξιωματικών με πολύτιμα επισάγματα και πενήντα τέσσερεις σημαίες των εχθρών. Ο νεκρός Μάρκος ήταν καλυμένος με κυανή χλαμίδα. Ακολουθούσαν τα λάφυρα που ήταν ζώα, όπλα, σκηνές, πολεμοφόδια και άλλα στρατιωτικά εφόδια και το ταμείο των εχθρών. Η κηδεία ξεκίνησε το απομεσήμερο,από το οίκημα του Επάρχου Κωνσταντίνου Μεταξά,για να δειχθεί ότι τον κηδεύει το Έθνος. Η επικήδεια τελετή έγινε στον ναό Αγίου Νικολάου των προμαχώνων. Για τον θάνατο του Μπότσαρη γράφηκαν πολλά έντεχνα ποιήματα και δημοτικά τραγούδια. Μεταξύ των άλλων ο Δ. Σολωμός έγραψε ποίημα όπου παρομοιάζει την συρροή των Ελλήνων στην κηδεία του Μπότσαρη με την συρροή των Τρώων στην ταφή του Έκτορα.
=== Μετά την Έξοδο και τη κατάληψη του Μεσολογγίου από τους οθωμανούς, οι τουρκαλβανοί άνοιξαν τον τάφο του Μπότσαρη αναζητώντας τα πολύτιμα όπλα του.
Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται εθνικός ήρωας.
Πολλοί Φιλέλληνες που επισκέφθηκαν την Ελλάδα, θαύμασαν την ανδρεία του Μπότσαρη, ενώ πολλοί ποιητές έγραψαν ποιήματα γι’ αυτόν. Ο Fitz-Greene Halleck, Αμερικάνος ποιητής, έγραψε ένα ποίημα με τίτλο MARCO BOZZARIS, ενώ ο Ελβετός ποιητής Juste Olivier έγραψε επίσης ένα ποίημα-έπαινο προς τιμήν του, το 1825. Επίσης ο εθνικός ποιητής της Ελλάδας, ο Διονύσιος Σολωμός, αφιέρωσε μία από τις ωδές του στο Μάρκο Μπότσαρη. Ένας σταθμός του μετρό του Παρισιού (σταθμός Botzaris) έχει ονομαστεί προς τιμήν του. Αναφέρεται ότι ήδη το 1825 υπήρχε λαϊκό-σχολικό δράμα για τον Μάρκο Μπότσαρη γραμμένο από την Ευανθία Καΐρη, το οποίο διαρκούσης της Επανάστασης διδασκόταν σε όποια σχολεία το επέτρεπαν οι συνθήκες (αναφέρεται η Τήνος) για να τονώνεται το αίσθημα υπέρ της ελευθερίας.
Ο γιος του, Δημήτριος Μπότσαρης, ο οποίος γεννήθηκε το 1814, έγινε στρατιωτικός και διατέλεσε υπουργός Στρατιωτικών το 1859 και 1866-1877, ενώ οργάνωσε το Μετοχικό Ταμείο Στρατού. Πέθανε στις 17 Αυγούστου 1871 στην Αθήνα. Η κόρη του Μπότσαρη, Κατερίνα «Ρόζα» Μπότσαρη, γεννημένη στο Σούλι το 1818, ήταν στην υπηρεσία της Βασίλισσας της Ελλάδος Αμαλίας.
ΠΗΓΕΣ:
— Ο Κίτσος Μπότσαρης, (1754-1813), ήταν και αυτός ένας σπουδαίος Έλληνας-Αρβανίτης προεπαναστάτης αγωνιστής, δευτερότοκος γιος του Γιώργη Μπότσαρη, της σπουδαίας Σουλιώτικης φάρας των Μποτσαραίων.ΠΗΓΕΣ:
«Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» τομ.ΙΖ΄, σελ.714.
el.wikipedia.org
— Ο Γεώργιος Μπότσαρης (1719 – 1803) ήταν Έλληνας-Αρβανίτης αγωνιστής πριν το 1821 και ηγέτης της Σουλιώτικης φάρας των Μποτσαραίων.ΠΗΓΕΣ:
ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
Η αναφορά για πρώτη φορά του όρου «αρχηγός της φάρας – πατριάς» δεν σημαίνει ότι πριν από τον Γιώργο Μπότσαρη δεν υπήρχε «φάρα» και αρχηγός της. Είναι μια υπερβολή, εκ του γεγονότος ότι ο Γιώργος Μπότσαρης, ήταν ένας σπουδαίος αρχηγός-πολέμαρχος, το όνομα του οποίου κατεγράφηκε ένδοξα στην επίσημη ιστοριογραφία. ΟΠΩΣ υπερβολή είναι η αναφορά «γενάρχης» στο πρόσωπο του Κίτσου Μπότσαρης (1620-1680 περίπου), όταν ο πρώτος Σπυρίδων Μπότσαρης, αναφέρεται στην ιστορία ως συμπολεμιστής του Σκεντέρμπεη – Καστριώτη, περί το 1430-1450.
— Οι Μποτσαραίοι υπήρξαν μία από τις πιο σημαντικές και ιστορικές οικογένειες (φάρες), Ελλήνων-Αρβανιτών των Σουλιωτών,με τεράστιο βάθος χρόνου και αδιάκοπης πολεμικής συνεισφοράς κατά των Οθωμανών.
— Ο Λάμπρος Τζαβέλας (Σούλι 1745 – 1795) υπήρξε αρχηγός της Ελληνικής – Αρβανίτικης φάρας (πατριάς) των Τζαβελαίων, Ελληνικής οικογένειας από το Σούλι του νομού Θεσπρωτίας. Η δράση του μαρτυρείται από το 1789. Σε έγγραφο που υπάρχει από εκείνη την εποχή, φαίνεται πως ο Τζαβέλας δίνει την υπόσχεση να επιτεθεί στους Τούρκους και τους Τουρκαλβανούς της Στεράς Ελλάδας. Ανάλογη υπόσχεση δίνουν κι οι Νικόλαος Ζέρβας και Γεώργιος Μπότσαρης.
Μετά την ήττα του, ο Αλής ζήτησε διαπραγματεύσεις με τους Σουλιώτες. Το αποτέλεσμα των συζητήσεων ήταν η απελευθέρωση των ομήρων και του Φώτου κι η απομάκρυνση των Τουρκαλβανών από τα χωριά της Θεσπρωτίας. Ο Αλής έφυγε αλλά οι άτακτοι Αλβανοί σκόρπισαν τον τρόμο και τον θάνατο σε αρκετά χωριά ακόμη, πριν υποχωρήσουν.ΠΗΓΕΣ:
ΠΗΓΗ: Η Μηχανή του Χρόνου
— O Κίτσος Τζαβέλας ή Τσαβέλλας (Σούλι, 1800- Αθήνα, 9 Μαρτίου 1855) ήταν Έλληνας – Αρβανίτης αγωνιστής της επανάστασης του ’21 από το Σούλι της Ηπείρου και μετέπειτα στρατηγός, υπουργός και πρωθυπουργός.— Ήταν δευτερότοκος γιος του Φώτου Τζαβέλα και εγγονός του Λάμπρου Τζαβέλα και της Μόσχως. Γεννήθηκε στο Σούλι, μεγάλωσε στην Κέρκυρα και το 1820 γύρισε μαζί με τους Σουλιώτες στην πατρίδα τους, όπου ανακηρύχτηκε καπετάνιος – αρχηγός, σε ηλικία μόλις 19 χρονών. Μετά την ήττα και τον θάνατο του Αλή Πασά, πήγε στην Πίζα της Ιταλίας για να συνεννοηθεί με τους Φιλικούς για την Επανάσταση. Το 1822 γύρισε και πήρε μέρος ως αρχηγός 35 Σουλιωτών, μαζί με το Μάρκο Μπότσαρη, στην Πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το φθινόπωρο του 1822 και στη μάχη του Κεφαλόβρυσου το 1823. Πήρε μέρος και στη Δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1823.
— Συνεργάστηκε με τον Καραϊσκάκη στη νίκη της Άμπλιανης το 1824. Πολέμησε στο Δίστομο και στο Κρεμμύδι της Πύλου. Διέσπασε τα στρατεύματα του Κιουταχή τον Ιούνιο του 1825 στο Μεσολόγγι και μπήκε στην πόλη. Κατά την ηρωική έξοδο των Μεσολογγιτών, ως αρχηγός 2.500 ανθρώπων έσπασε τις γραμμές των Τούρκων και κατέφυγε στα Σάλωνα (Άμφισσα) με 1.300 άνδρες. Πήρε μέρος μαζί με τον Καραϊσκάκη στις μάχες τις Αττικής και, μετά το θάνατο του δεύτερου, ανατέθηκε σ’ αυτόν η αρχιστρατηγία, προσωρινά.
— Ο Καποδίστριας τον έκανε χιλίαρχο, αναθέτοντάς του μάλιστα να καθαρίσει την Στερεά Ελλάδα από τους Τουρκαλβανούς και τους Τουρκοαιγυπτίους. Μαζί με τον Κολοκοτρώνη, στα χρόνια της Αντιβασιλείας, ρίχτηκε στη φυλακή, διότι υπήρξε μέλος της ρωσόφιλης μερίδας. Ο Όθωνας τον έκανε υποστράτηγο κι αργότερα αντιστράτηγο και υπασπιστή του. Το 1844 αναδείχτηκε Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, το 1847-1848 πρωθυπουργός (Κυβέρνηση Κίτσου Τζαβέλλα 1847) και το 1849 Υπουργός των Στρατιωτικών πάλι.
Το 1854, όταν στην Ελλάδα ξέσπασε το Απελευθερωτικό Κίνημα των Αλύτρωτων περιοχών, μαζί με άλλους Σουλιώτες αξιωματικούς ανέλαβε την ηγεσία των επιχειρήσεων στην Ήπειρο. Μετά την αποτυχία του εγχειρήματος, αποσύρθηκε.
Πέθανε στις 9 Μαρτίου 1855 στην Αθήνα.
ΠΗΓΕΣ:
— Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: «Ο Μάρκο Μπότσαρης είχε πολλήν νοημοσύνην. Ο Φώτος Τζαβέλας ήτο το τέλειο.» ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΦΩΤΟΥ ΤΖΑΒΕΛΑ:
— Βιογραφία
— Οι εικόνες που ακολουθούν και απεικονίζουν το λεξικό του Έλληνα Αρβανίτη αγωνιστή ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ, είναι από την επιστημονική πραγματεία του Τίτου Γιοχαλά, η οποία και υπάρχει στην Ακαδημία Αθηνών.
— Ο Τίτος Γιαχαλάς ισχυρίζεται, ότι η μελέτη του, βασίζεται στα χειρόγραφα του Μάρκου Μπότσαρη, τα οποία χάρισε ο Μπουκεβίλ στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων και φέρει την ιδιόγραφη σημείωση «Ce lexique est ecrit de la main de Marc Botzari a Corfou 1809 devant moi. Pouqueville».
— Σύμφωνα με την μελέτη, ο Πουκεβίλ γνώρισε τον Μάρκο Μπότσαρη όταν ήταν σε ηλικία 19 χρονών και ζούσε στη Κέρκυρα. Εκεί, προέτρεψε τον 19χρονο Μπότσαρη να συντάξει το Ελληνοαλβανικό λεξικό (Λεξικόν της ΡωμαΛικής και Αρβανήτηκης Απλής). Τον νεαρό Μάρκο βοήθησαν, ο πατέρας του Κίτσος Μπότσαρης, ο θείος του Νότης Μπότσαρης και ο πεθερός του Χρηστάκης Καλογήρου.
Στο χειρόγραφο του Μπότσαρη συμπεριλαμβάνεται και ένα είδος ελληνο-αλβανικής μεθόδου άνευ διδασκάλου με ελληνο-αλβανικούς διαλόγους. Είναι γραμμένο με ελληνικά γράμματα μερικά των οποίων είναι ιδιόμορφα και δυσανάγνωστα. Ο ίδιος γνώριζε λίγα γράμματα που πιθανώς είχε διδαχθεί ή από τον καλόγηρο Σαμουήλ ή στη Μονή του Προφήτου Ηλιού.
— Ο καθηγητής Γιοχάλας δεν μπορεί να αποφύγει ουσιώδεις αντιφάσεις, όταν για παράδειγμα δέχεται ότι, ΑΦΕΝΟΣ ο Μάρκος Μπότσαρης κατέγραφε τις Ελληνικές λέξεις και στη συνέχεια οι παραπάνω συγγενείς του, του έδιναν τη μετάφραση στα Αλβανικά, ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΤΕΓΡΑΦΕ ΟΛΑ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΕΣ και ΑΦΕΤΕΡΟΥ αυθαίρετα να πιθανολογεί, ότι η μητρική του γλώσσα ίσως ήταν η Αλβανική.
Ως προς τις Αλβανικές λέξεις του λεξικού, ο Γιοχάλας σημειώνει ότι ανήκουν στη Τόσκικη διάλεκτο της Νότιας Αλβανίας, με έντονες επιρροές από την Ελληνική γλώσσα.
Εγώ από τη πλευρά μου, θα επισημάνω για άλλη μια φορά, ότι από πάππον προς πάππον, η μητρική μας γλώσσα ήταν και είναι η ΕΛΛΗΝΙΚΗ και καλά θα κάνουμε όλοι, να προσέχουμε τι λέμε και τι κάνουμε με τη τεχνητή διάλεκτο ανάγκης, που ήσαν τα αρβανίτικα. Να θυμίσω ότι οι Αρβανίτες των Αρβάνων (και όχι της Αρμπέρ των Αρμπερίστε) υπήρξαν πολεμιστές επί Βυζαντίου, στρατολογημένοι να ελέγχουν την αρχαία Εγνατία οδό που διέσχιζε την νότιο σημερινή Αλβανία και το σημερινό κρατίδιο των Σκοπίων και ότι σε ολόκληρη τη Νότιο Αλβανία, Από τα σημερινά Τύρανα και Εμπασάν και κάτω, όλοι οι κάτοικοι ήσαν Έλληνες και μιλούσαν μόνο Ελληνικά. Αν σήμερα κάποιοι θέλουν να αγνοούμε στοιχειώδεις γνώσεις της Ελληνικότητάς μας, όπως είναι η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ως μητρική μας γλώσσα, τότε χάνει κάθε νόημα, η Ελληνική υπόσταση της Βόρειας Ηπείρου ανά τους αιώνες!!!!!! Η περιοχή των Αρβάνων, ήταν για αιώνες η καρδιά και ραχοκοκαλιά της Ελληνικής Βόρειας Ηπείρου. Είναι φαιδρό, να ομιλείται σήμερα ακόμα η Ελληνική στη Νότια Αλβανία και να χανόμαστε στη κατασκευασμένη προσωρινότητα ανάγκης των κακώς αποκαλούμενων «αρβανίτικων»
ΒΛΕΠΕ άρθρα και άλλες σχετικές με τη γλώσσα αναρτήσεις.
Εκτός από τις αναγκαίες εικόνες, που αφορούν καθαρά και αποκλειστικά το λεξικό του Μπότσαρη, όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να μελετήσει ολόκληρη την ανάλυση του Τίτου Γιαχάλα, που υπάρχει στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.scribd.com/doc/ ή στη διεύθυνση http://www.glossesweb.com/2011/02/marco-botsari-dictionary.html










μ

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ: …….Την δε επιούσαν (12 Απριλίου τρίτην της Διακκαινησίμου) οι Τούρκοι εξηχρειόνοντο επί μάλλον και μάλλον, απηνείς και ωμοί εφαίνοντο τοις χριστιανοίς. Θεέ! και τις δεν εφοβείτο αυτούς και δεν έτρεμε κατά τον χρόνον εκείνον! Συμβουλίου δε γενομένου εν τω περιπτέρψ οικήματι (κιόσκι) προσεκάλεσαν εκεί και τον Αρχιερέα τον εξ Αργυροκάστρου Γρηγόριον και τον δημογέροντα (κοντζάμπαση) Δ. Αποστολίδην και εζήτησαν παρ΄αυτών γενικήν σύναξιν των όπλων, ήτοι αφοπλισμόν απάσης της νήσου Ευβοίας….. …..
……Πρώτοι των Ευβοέων οι Λίμνιοι ησπάσθησαν τον υπέρ της Πατρίδος των ιερόν αγώνα, συννενοηθέντες και μετά των Τρικεριωτών, οίτινες εξώπλισαν εκείθεν δ;yο πλοία (ιμπρίκια), ων το μεν επλοιαρχείτο υπό του Ευσταθίου Κουτμάνη, το δε υπό του καπετάν Κωνσταντίνου. Αλλά και οι Λίμνιοι εξώπλισαν ωσαύτως τέσσαρας σκούνας, μη έχοντες μεγαλείτερα τούτων, προς θαλάσσιον αποκλεισμόν. Τα δε Τρικεριώτικα παρέλαβον από τα αντίπερα μέρη το καπετά Βερούση, συγγενή του Οδυσσέως, έχοντα μεθ΄ εαυτού και τινας στρατιώτας, ήγαγον αυτόν και απεβίβασαν επί της γης του Ξηροχωρίου, όστις ηνώθη μετά των εκεί Νικολάου Τομαρά, Γεωργίου Βαλτινού Ιατρού (Κλωτσοτύρην ύστερον) και Γιαννιώ Χαλκιά Ξηροχωρίτου. Και πρώτον………
……Από του αοιδήμου Αγγελή ωρμήθην να είπω τα τοιαύτα ώδε.
Οι Ευβοείς απελπισθέντες από την ανικανότητα του Βερούση εζ΄΄ητουν οπλαρχηγόν άξιον και έμπειρον, ίνα τους απείρους εμπείρους αποκαταστήσει. Τοιούτον δε ωνομάτιζον τον από της Ευβοϊκής Λίμνης Αγγελήν τον Γοβιόν, ου η φήμη είχε διαχυθεί προς πάντας τους Ευβοείς δια της εις το εν Γραβιά φενοδοχείον (χάνι) αριστεύσεως του μετά του Οδυσσέως.
Ο Αλέξανδρος Κριεζής ακούσας την γενναιότητά του και αρίστευσιν επήνει τον άνδρα, και αετόν της Ευβοίας εκάλει. Συμβουλίου δε γενομένου, προεδρευομένου υπό τον Α. Κριεζή, απεφασίσθη να προσκληθεί ο Αγγελής ως οπλαρχηγός των Ευβοϊκών όπλων και της αυτού Πατρίδος, όστις και προσεκλήθει, ήλθε και ανεδέχθη την οπλαρχηγίαν αυτής.
Εύρε δε και εφάμιλλον συναγωνιστήν τον Κώτσαν (Κώτσος Δημητρίου), τον προ μικρού αυτομολήσαντα από της Χαλκίδος προς τους Έλληνας (επαναστάτας). Σφαγεύς ήτον ο Κώτσας προβάτων εν Χαλκίδι και κρεοπώλης, Θηβαίος, συμπολίτης του Επαμινώνδου, του Πινδάρου και του Πελοπίδου.
Οι δύο ούτοι οπλαρχηγοί, ενί σώματι και μιά ψηχή πιστώς και αδελφικώς υπηρέτουντην Πατρίδα, μέχρι τελλευτής των, σφαγείς αληθώς ενένοντο Τούρκων……
………Την επιδρομήν δε των Τούρκων μαθόντες ο Κώτσας (Κώτσος Δημητρίου) και ο Χαντζή Σωτήριος και λαβόντες τους ιδικούς των έσπευσαν εις ενέδραν αυτών, και ως θέσιν κατάλληλον του σκοπού των κατέλαβαν τα Χαμόμυλα, εν τούτοις τους αγάδες περιμένοντες. Οι δε (Τούρκοι) μη γνωρίζοντες, εις την επιστροφήν των έπεσαν εις την ενέδραν των Ελλήνων, οίτινες την μεν εμπροσθοφυλακήν αφήκαν και διήλθεν αταρβώς, προσέβαλον όμως τους κατόπιν αυτής και έρριψαν χαμαί νεκρούς τριάκοντα και την λείαν αυτών εκυρίευσαν. Οι πλείστοι τούτων ήσαν Τουρκαλβανοί, και πολλοτάτους επλήγωσαν, οι δε άλλοι διεσκορπίσθησαν τήδε κακείσαι και κακώς.
Ο δε Ιμάμπεης, υιός του γέροντος Ρεσίτμπεη, φεύγων έρριψε την πολύτιμον γούναν του ίνα σωθεί, ταύτην δε λαβόντες οι Έλληνες, δώρον τω Αλεξάνδρω Κριεζή προσήνεγκον και ούτως οι Πανηγυρισταί της Στενής, λαμπρώς επανηγύρισαν υην Θεοτόκον.
Επανήλθε δε και ο Αγγελής από του Ξηροχωρίου, σκεπτόμενος και σχεδιάζων μετ΄΄α του συναγωνιστού του Κώτσα, πως ν΄ αποκαταστήσωσι τον αποκλεισμόν της Χαλκίδος, καθώς και τον της Καρύστου, στενότερον.
Πρώτον δε των σχεδίων του εξετέλεσεκατά τας αρχάς Σεπτεμβρίου, διορίσας οπλαρχηγόν της Καρυστίας τον Νικόλαον Κριεζώτην, όστις ανεχώρησε παρευθύς……
……..Ναι, ο Ήρως της Γραβιάς και της Ευβοίας Αγγελής Γωβιός ετάφη την 29 Μαρτίου 1822, τη Αγία και Μεγάλη Τετάρτη, άνευ κεφαλής, μετά του αδελφού αυτού και του εφαμίλλου συναγωνιστού του Κώτσα, όπου και νυν εισίν έτι άνευ τινός, ουδέ ελαχίστου σημείου ευγνωμοσύνης επί του σήματος αυτών.
«Ω οδίται των Βρυσακίων Χαλκιδεύσι τε και Λιμνίοις αγγείλατε τάδε. Ενθάδε κείται ο Ήρως Γραβιάς και Ευβοίας Αγγελής Γοβιός Λίμνιος, μετ΄ αδελφού Γωβιού και συναγωνιστού Κώτσα Θηβαίου»
Έως ώδε μεν εξεθέσαμεν και είδομεν τα των δύο μεγαθύμων οπλαρχηγών της Ευβοίας. Οι δύο δε ούτοι, Αγγελής τε και Κώτσας, τόσον στενώς ήσαν συνδεδεμένοι, ώστε ως αδελφοί, έχοντες εν σώμα και μίαν ψυχήν, έζων. Και ο μεν Κώτσας ετίμα δεόντως, ως ανώτερόν του οπλαρχηγόν, τον Αγγελήν, ο δε Αγγελής απέδιδε πάσαν τιμήν τω Κώτσα και ως αδελφόν ηγάπα αυτόν. Μετά δε την αποπομπήν του Βερούση, περί ουδενός άλλου εφρόντιζον, ειμή πως τάχιον ν΄ απελευθερώσωσιν από των χειρών των Βαρβάρων την φίλην αυτών Πατρίδα, και παύσωσι τα δεινά αυτής.
Άπας ο πόθος και η επιθυμία αυτών ήτο επ΄ αυτής αφιερωμένη, νύχτα τε και ημέραν διελογίζοντο να εύρωσι το πως να ελευθερώσωσι την Πατρίδα, και πάσα προθυμία και ππροσπάθεια κατεβάλλετο. Εξήρχοντο εις ενέδρας, επετύγχανον, και πολλά εποίουν κακά εις τους Τούρκους. Αλλ΄ ώδε νουλή θεία και απόφασις άνωθεν επεγένετο…….
……..Όι εν Βρυσακίοις απορφανισθέντες στρατι΄πωται έμενον απαρηγόρητοι, ους ενεψύχονε και ενεθάρρυνε πάλιν ο Αλέξανδρος Κριεζής και ως αρχηγούς αυτών εξελέξαντο δύο, τον Γιαννάκην (Δημητρίου Αρβανίτη) αδελφόν του φονευθέντος Κώτσα (Κώτσου Δημητρίου) και τον Νικόλαον Τομαράν. Κατά δε τον Ιούνιον εισέβαλεν εν Χαλκίδι ο Τσαρκατσή Αλή Πασάς.
Τούτου δε την εισβολήν μαθόντες οι οπλαρχηγοί των Βρυσακίων, πριν ή εξέλθη ο Τσακατσής εις πόλεμον, προσεκάλεσαν εις τα Βρυσάκια, ίνα έλθωσιν εις βοήθειαν αυτών, και τους οπλαρχηγούς της Καρυστίας, τον Ν. Κριεζώτην και τον Βάσσον Μαυροβουνιώτην, συν τούτοις δε και τον Σταύρον Βασιλείου, όστις έλειπεν από του στρατοπέδου……..
— Μέσα από την σελίδα https://www.facebook.com/groups/milasarvanitika/ μια ανάρτηση του Γιώργου Σαλεμή, τράβηξε τη προσοχή μου και διάβασα το κείμενο από βιβλίο του με προσοχή.
— Αναφέρεται στα «ΑΡΒΑΝΙΤΙΚΑ» με πλεόνασμα υπομονής και μέσα από 4 σελίδες, καταφέρνει να δώσει μια από τις πλέον εμπεριστατωμένες ερμηνείες. Απόλυτος μόνο ο Θεός, αλλά μπορώ να πω, ότι κατά 95% συμφωνώ μαζί του. Χωρίς αναλύσεις και κριτικές, σας παρουσιάζω το κείμενό του σε εικόνες όπως το βρήκα, και σας παρακαλώ να το διαβάσετε με τη προσοχή που του αρμόζει.

— Εγώ μέσες άκρες έχω πει με πιο απόλυτο και τραχύ τρόπο, περίπου τα ίδια, για να καταδείξω τους κινδύνους της αυτοπαγίδευσής μας, σε μια τεχνητή (επαγγελματική την αποκαλεί ο Γ. Σαλεμής) γλώσσα, που κατασκευάστηκε κάτω από ιδιαίτερες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, για να καλύψει συγκεκριμένες ανάγκες, που πλέον έχουν εκλείψει.
— Με αφορμή υβριστικό σχόλιο ανόητου, που επικαλείται την μεγάλη Ελληνίδα ηρωίδα του 1821, Αρβανίτικης – Σουλιώτικης καταγωγής, ΔΕΣΠΩΣ ΜΠΟΤΖΗ ή ΓΙΩΡΓΕΝΑΣ, και να την συνδέσει ευθέως με στίχους που γράφτηκαν 100 σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό της, για να επιβάλει το περίσσευμα βλακείας του, προσπάθησα μάταια να του στείλω στο ψεύτικο e-mail του, τη παρακάτω απάντηση:
— «Η ΔΕΣΠΩ ΜΠΟΤΣΗ ή Γιώργενα (σύζυγος του Γεωργάκη Μπότζη) ήταν ΑΡΒΑΝΙΤΙΣΣΑ – ΣΟΥΛΙΩΤΙΣΣΑ, ηρωίδα της Εθνικής μας επανάστασης του 1821, ΑΝΟΗΤΕ ΚΙ΄ ΑΓΡΑΜΜΑΤΕ, και πολέμησε με αυταπάρνηση και σθένος τους Αλβανούς.
— Οι στίχοι που αναφέρεις ΑΝΟΗΤΕ, και βλακωδώς αποδίσεις στην Ελληνίδα – Αρβανίτισσα – Σουλιώτισσα ΔΕΣΠΩ, γράφτηκαν το… 1908, σε έναν φανταστικό διάλογο, στο «έργο» των Π. Σ. Πομόνη – Ι. Σ. Μπετρόπουλου, «Ιστορία του Σουλίου, ή, ηρωικοί πόλεμοι των Σουλιωτών και Σουλιωτιδών» που τυπώθηκε (1908) στην…. Κωνσταντινούπολη.
— Χαρακτηριστικό της φανταστικότητας των στίχων είναι το γεγονός, ότι στο τέλος του ανύπαρκτου διαλόγου, αφού τελείωσαν τα βόλια της ΔΕΣΠΩΣ και των συγγενών της, η ΑΡΒΑΝΙΤΙΣΣΑ ΔΕΣΠΩ, ανατινάχτηκε με όλους τους συγγενείς της, για να μη πέσουν στα χέρια των… Αλβανών!!!!
— ΕΠΟΜΕΝΩΣ, δεν είπε η ΔΕΣΠΩ τις μαλακίες που επικαλείσαι ανόητε… αρβανιτοφάγε, αλλά οι συγγραφείς του «έργου».
— ΤΕΛΟΣ, είναι προφανές, ότι αγνοείς παντελώς τη καταγωγή του Κατσαντώνη και δεν θα κουραστώ να σου αλλάξω εγκέφαλο. Η μούρλα όλη δική σου.-»
— Το ανόητο σχόλιο που απέρριψα ήταν (χωρίς διορθώσεις) το εξής:
Οι Αρβανι΅τες πολεμισαν λυσσαλεα εναντιων των Ελληνων.
Οι ΤουρκΑρβανιτερς οι Αλβανοι και οι Αρβανιτες ειναι το ιδιο και το αυτο.
Χαρακτηριστικο ειναι το Δημοτικο τραγουδι της Δεσπως οπου καταμαρτυρει και ανθελληνικη την δραση των Αρβανιτων κατα την επανασταση.
Αχός βαρύς ακούεται, πολλά τουφέκια πέφτουν.
Μήνα σε γάμο ρίχνονται, μήνα σε χαροκόπι;
Ουδέ σε γάμο ρίχνονται, ουδέ σε χαροκόπι,
η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και μ” αγγόνια.
Αρβανιτιά την πλάκωσε στου Δημουλά τον πύργο.
«Γιώργαινα, ρίξε τ” άρματα, δεν είν” εδώ το Σούλι.
Εδώ είσαι σκλάβα του πασά, σκλάβα των Αρβανίτων.
– Το Σούλι κι αν προσκύνησε, κι αν τούρκεψεν η Κιάφα,
η Δέσπω αφέντες Λιάπηδες δεν έκανε, δεν κάνει»,
Δαυλί στο χέρι νάρπαξε, κόρες και νύφες κράζει:
«Σκλάβες Τούρκων μη ζήσομε, παιδιά μ’, μαζί μου ελάτε».
Και τα φυσέκια ανάψανε κι όλοι φωτιά γενήκαν.
Καθως και οτι ειναι καταγεγραμμενο οτι στην Αλωση της Τριπολιτσας υπερασπιζονταν τους Τουρκους και τους Εβραιους, και αναγκαστηκε ο Θ.Κολκοτρωνης να συνθηκολογησει.
Ο Κατσαντωνης δε ο Μεγας Αρβανιτοφαγος θανατωθηκε απο Αρβανιτες.
ΜΕ ΠΛΑΣΤΗ ΥΠΟΓΡΑΦΗ: Νικος [email protected] – 87.202.29.147
«…..Υπερτάτη Βουλή,
Μόλις. τέλος πάντων, θεία χάριτι, διεσώθην από τας αιμοβόρους χείρας των απανθρώπων τυράννων του έθνους μας. Πόσα δεινά έπαθον κατά το διετές τούτο της ελληνικής επαναστάσεως διάστημα είναι ανεκδιήγητα. Ούτε η εις σκοτεινοτάτην φυλακήν συνεχής διατριβή μου, ούτε η στέρησις της περιουσίας μου, ούτε αι καθημεριναί ύβρεις, ούτε και αυτής της ζωής ο κίνδυνος, δεν με έκαμον τόσον να αδημονώ, όσον όταν ηναγκαζόμην να είμαι μακράν από τα τέκνα μου, τους χριστιανούς και να μην ημπορώ να συναγωνίζωμαιεις τον ιερόν υπέρ πίστεως και πατρίδος αγώνα. Αλλ’ ήδη πλέον επακούουσα η θεία πρόνοια των βαρυτάτων μου στεναγμών και επικαμφθείσα εις τα καθ΄ ώραν εκχυνόμενα δάκρυά μου, ένευσε να με λυτρώσει από τας χείρας των διωκτών της πίστεως, της τιμής και της ελευθερίας του γένους μας.
Διασωθείς λοιπόν παρ΄ ελπίδα, εδάκρυσα της χαράς τα δάκρυα και καταφυγών εις την Κεντρικήν Διοίκησην του Σεβαστού Άρειου Πάγου, έκρινα εύλογον να εμφανιστώ δια του ταπεινού μου και προς την υπερτάτην Βουλήν, προσφέρων εμαυτόν ευπειθή και πρόθυμον εις τας υψηλάς διαταγάς και παρακαλών θερμώς να με επιτάξη εις παν ότι ήθελε με κρίνει άξιον και θέλω προσπαθήσει να το εκπληρώσω δια της επιμόνου προσηλώσεως εις την διοίκησιν, ενεργών πάντοτε, όσον το κατά δύναμιν, παν ότι συμφέρει εις την Ελλάδα και μάλιστα εις τον λαόν της νήσου ταύτης, μεταξύ των οποίων διέτριψα το πλέον μέρος της ζωής μου.
Ας με προστάξει λοιπόν, η υπερτάτη Βουλή εις ότι κρίνει συμφέρον της πατρίδος και θέλει με εύρει ευπειθέστατον και προθυμότατον. Περί δε της ενεστώσης πολιτικής και πολεμικής καταστάσεως της νήσου ταύτης (Ευβοίας) πληροφορείσθε από την παρούσαν αναφοράν των κατοίκων της.
Εκ Ξηροχωρίου τη 22 Ιανουαρίου 1823
+ Ο Ευρίπου Γριγόριος»
ΠΗΓΗ: Πανεπιστήμιο Κρήτης
— «Ελληνική όλη η Τοσκερία» σύμφωνα με τον ιδρυτή του Αλβανικού κράτους!!!
— Συμφωνία του ιδρυτή του νεοσύστατου αλβανικού κράτους, Ισμαήλ Κεμάλι με την Ελλάδα όπου αναγνωρίζει ως ελληνικό έδαφος όλη την Τοσκερία.
— «30 Μαρτίου 1914. Ο Ισμαήλ Κεμάλι αποβιβάζεται στο Μπρίντιζι και ξεκινάει το ταξίδι του για Ρώμη, Βιέννη, Παρίσι και Λονδίνο. Ερωτηθείς απ’ τους ανταποκριτές των εφημερίδων για τον σκοπό του ταξιδιού του, δήλωσε πως βγήκε να προσπαθήσει για τα σύνορα του Βορρά και όχι του Νότου, δεδομένου ότι τα σύνορα του Βορρά είχαν προηγουμένως οριοθετηθεί οριστικά απ’ τη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου και εκείνα του Νότου ήταν υπό διαπραγμάτευση.
— Η εν λόγω δήλωση φιλοξενήθηκε απ’ όλες τις ευρωπαϊκές εφημερίδες και έτυχε μιας ιδιαίτερα ολόχαρης και ενθουσιώδους υποδοχής απ’ τον ελληνικό τύπο, ο οποίος επ’ ευκαιρία των συνόρων του Νότου δημοσίευσε τη συμφωνία της Ελληνικής Κυβέρνησης με τον Ισμαήλ Κεμάλι η οποία αναγνώριζε όλη την Τοσκερία ως ελληνικό έδαφος.
— Ο Ισμαήλ Κεμάλι τήρησε τον λόγο του, διότι σε όλες τις συζητήσεις που είχε με τους ξένους ανταποκριτές μιλούσε για το Κόσοβο και ποτέ για την Τοσκερία και την Τσαμουριά.
— Ερωτηθείς στη Ρώμη απ’ τον ανταποκριτή της παρισινής εφημερίδας Ματίν ποια η άποψή του για τα σύνορα του Νότου, που τότε ήταν υπό διαπραγμάτευση στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου, ο Ισμαήλ Κεμάλι δήλωσε πως μέλημά του δεν ήταν τα σύνορα του Νότου, αλλά τα σύνορα του Βορρά. Στη γαλλική: “Ce n’ estait pas la frontiere du Sud qui le il preoccupait, mais celle du Nord”».
Αναρτήθηκε από ΑΥΤΟΝΟΜΗ
ΣΧΟΛΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΘ. ΑΡΒΑΝΙΤΗ:
Μερικές φορές, όπου δεν υπάρχει λόγος επίδειξης γραπτού στοιχείου, ή δεν υπάρχει καν γραπτό στοιχείο, έχω σημείο αναφοράς τον αείμνηστο πατέρα μου, ΑΘΑΝΑΣΙΟ ΙΩΑΝΝΟΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ, ο οποίος ως γεννηθείς το 1910, «πρόλαβε» τον Ισμαήλ Κεμάλι, έζησε όλα τα μεγάλα γεγονότα που ακολούθησαν, αλλά και απείχε μόλις 90 χρόνια από την εθνεγερσία του 1821.
Ο πατέρας του, ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ, ήταν εγγονός του οπλαρχηγού της Ευβοϊκής επανάστασης ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ (προσωρινού συναρχηγού, μετά τον θάνατο των ηγετών Αγγελή Γοβιού και ΚΩΤΣΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΡΒΑΝΙΤΗ). Επομένως σε ότι και αν είχε αναφερθεί ή επικαλούμαι, ήταν γεγονότα νωπά στη μνήμη, τόσο τη δική του, όσο και των συγχρόνων του.
Όμως, όπως διαπιστώνουμε, οι προφορική παράδοση από γενιά σε γενιά, ΕΥΚΟΛΑ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΕΤΑΙ από αδιάσειστα ντοκουμέντα.
Για τα «παιχνίδια» σημερινών Αλβανών πρακτόρων, οι οποίοι όταν δεν βάζουν αφρούς μίσους κατά του Ελληνισμού, καμώνονται τον «αδελφό» και θυμούνται κοινές «φυλετικές» καταγωγές, ένα έχω να πώ: ΝΑ ΠΑΡΑΔΕΧΘΟΥΝ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΝΑ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ, ΟΤΙ Η ΦΑΡΑ ΤΟΥΣ ΕΙΝΑΙ …ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΦΥΛΟ. ΤΙΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΚΑΙ ΝΑ ΑΦΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΕΞΥΠΝΑΔΕΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΚΡΟΒΑΤΙΣΜΟΥΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ.
=== ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΜΠΑΡΜΠΑΝΙΚΟΥ Α. ΑΡΒΑΝΙΤΗ.
=== Σαν λαός έχουμε το πλεονέκτημα, το ότι κληρονομήσαμε πολλές γνώσεις για όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της Εθνικής Πατριωτικής Επαναστάσεως του «1821» λόγω της προσωπικής ενασχόλησης με την καταγραφή των ιστορικών γεγονότων, από πολλούς πρωταγωνιστές.
=== Επειδή όμως όλοι οι πρωταγωνιστές, συμμετείχαν και στα αρνητικά εμφυλιοπολεμικά γεγονότα, ως προς τα σημεία που σίγουρα τα εξηγούν κατά την προσωπική τους κρίση ο καθένας, αν θέλουμε να λέμε ότι τα διαβάζουμε σωστά:
1.– Πρέπει να τους διαβάζουμε όλους και να μην απορρίπτουμε κανέναν απολύτως.
2.– Να φιλτράρουμε με σύνεση τα όσα καταγράφονται από τους πολλούς αγωνιστές, αλλά να μη φτάνουμε ΠΟΤΕ στο κατάντημα να απορρίπτουμε τους πάντες, μόλις διαπιστώνουμε, ότι κάποια ιστορικά συμβάντα, περιγράφονται με διαφορετικό ή και με αντίθετο τρόπο, από άλλα ιστορικά πρόσωπα που επέζησαν, αλλά οδηγήθηκαν εν τέλει σε αντίπαλους κομματικούς σχηματισμούς.
3.– Σχεδόν όλα τα ιστορικά κείμενα γράφτηκαν περίπου μετά από 35 έως και 50 χρόνια από τότε που συνέβησαν, όταν οι πρωταγωνιστές που τα συνέγραψαν ήσαν σε προχωρημένη ηλικία, οπότε και στη περίπτωση αυτή, πρέπει να διαβάζουμε τις ιστορίες τους με κατανόηση για τα όποια ανθρώπινα λάθη και να μη προτρέχουμε στη γενική απόρριψη, λόγω επισήμανσης κάποιων αντιφάσεων.
4.– Σημασία έχουν, οι κατ΄ αρχήν πιστοποιήσεις των ιστορικών γεγονότων και όχι οι τυχόν προσωπικές κρίσεις δικαιολόγησης ανθρώπινων συμπεριφορών.
5.– Ως προς τις ηγετικές ικανότητες των πρωταγωνιστών, αυτές ιστορικά, ΠΑΝΤΑ κρίνονται εκ του αποτελέσματος και εκ της τυχόν γενικής παραδοχής.
6.– Πολύ μεταγενέστερα «συγγράμματα» βλακείας απογόνων, που χάριν τρέχοντος ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ, θέλουν τον πρόγονό τους, στο μεγαλύτερο σκαλί της φαντασίας τους, για να ανεβάσουν τους…. δικούς τους άμεσους απογόνους, ΑΥΤΑ ΝΑ ΤΑ ΡΙΧΝΕΤΕ ΚΑΤ΄ ΕΥΘΕΙΑΝ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ. Τίποτα και κανένας δεν μπορεί να υποκαταστήσει συγγράμματα των αυθεντικών πρωταγωνιστών, αλλά (και κυρίως) επίσημα έγγραφα της επαναστατικής περιόδου, με σημερινές βλακωδέστατες συμφεροντολογικές υποθέσεις και ασυνάρτητες αναγωγές.
=== Για τον συγγραφέα: Ο Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873) ήταν λόγιος, πολιτικός και ιστοριογράφος της Ελληνικής επανάστασης του 1821, μετά την οποία και διετέλεσε πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου (πρώτος πρωθυπουργός του ελεύθερου ελληνικού κράτους, του Ελληνικού Βασιλείου).
«…Αν αφήσωμεν μόνους τους μεταγενεστέρους να συγγράψωσι την σημερινήν ιστορίαν, δεν δύνανται να την συγγράψωσι βεβαίως εκ προσωπικών γνώσεων, ως μη σύγχρονοι, αλλ’ εκ παραδόσεως και απλής ακοής· οι δε μέλλοντες να επικρίνωσι την συγγραφήν ταύτην, ή σύγχρονοι θα είναι του μεταγενεστέρου τούτου συγγραφέως, ή μεταγενέστεροι αυτού· ό έστιν ουδείς εκ των αυτοπτών. Δύνανται να συγγράψωσιν οι μεταγενέστεροι την ιστορίαν, και εκ των σωζομένων εγγράφων του καιρού τούτου. Αλλά τις αγνοεί ότι τα έγγραφα ταύτα, εξ αιτίας των περιστάσεων, διηγούνται ως επί το πλείστον άλλ’ αντ’ άλλων, ποτέ μεν εν γνώσει, ποτέ δε εν αγνοία της αληθείας; Ποίας λοιπόν πίστεως αξία ειμπορεί να θεωρηθή ιστορία γραφείσα τοιουτοτρόπως, ό εστιν ανεξέλεγκτος, αναπόδεικτος και ύποπτος;
Ταύτα πάντα λαβών υπ’ όψιν, δεν εδίστασα να επιχειρήσω την συγγραφήν της συγχρόνου μου επαναστάσεως, και τόσω μάλλον, καθ’ όσον είκοσι και τριάντα ετών παρέλευσις αφ’ ότου τα ιστορούμενα συνέβησαν αρκεί και τον σάλον των παθών, όσα διήγειραν οι καιροί εκείνοι, να κατευνάση, και την επί των συμβάντων τούτων παθούσαν, ίσως και νοσήσασαν, του ανθρώπου κρίσιν σώαν και υγιά ν’ αποκαταστήση. Αν έσφαλα, δεν έσφαλα ως σύγχρονος, αλλ’ ως παντός καιρού άνθρωπος, καθ’ όσον μάλιστα η ιστορική αύτη ύλη ήτο και είναι εισέτι ασύνακτος και ακαθάριστος…»
Τα βιβλία είναι δωρεάν προσφορά του http://www.schooltime.gr/
=== Μπορείτε να «πάτε» και να κατεβάσετε στα αρχεία σας τους 4 τόμους, κάνοντας ΚΛΙΚ στον αντίστοιχο σύνδεσμο, που υπάρχει κάτω από την αντίστοιχη εικόνα κάθε τόμου:
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ – ΣΠ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ – ΤΟΜΟΣ Α
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ – ΣΠ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ – ΤΟΜΟΣ Β
=== «Η Βιογραφία του Στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη»
=== Συγγραφέας: Δημήτρης Αινιάν
=== Ψηφιακό βιβλίο με ελεύθερη διανομή
=== «Η σπουδαιοτάτη αυτή βιογραφία του Γεωργίου Καραϊσκάκη, γραφείσα παρ’ ανδρός όστις μετέσχε των δύο τελευταίων μεγάλων εκστρατειών του ηρωϊκού στρατάρχου και υπηρέτησεν υπ’ αυτόν ως έμπιστός του γραμματεύς και συμμαχητής, είναι η μόνη αυθεντική έκθεσις περί του βίου και των έργων του βαθυγνώμονος και γενναιοκάρδου Ρουμελιώτου, όστις υπήρξεν η πρώτη στρατιωτική μεγαλοφυία της νεωτέρας Ελλάδος. Το έργον του Δημητρίου Αινιάνος εχρησίμευσεν αργότερα ως η κυριωτέρα πηγή εις την γνωστήν βιογραφικήν μελέτην του ιστορικού Κ. Παπαρρηγοπούλου…»
=== Η βιογραφία του Γεωργίου Καραϊσκάκη εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1834. Ο συγγραφέας, Δημήτρης Αινιάν, συμμετείχε στις δύο τελευταίες εκστρατείες του Στρατηγού και υπηρέτησε υπό τις διαταγές του ως έμπιστος γραμματέας και συμμαχητής. Η παρούσα έκδοση (1903) – συμπληρωμένη από τον Ι. Βλαχογιάννη – είναι η δεύτερη.
=== Άδειες: Το ψηφιακό βιβλίο διανέμεται ελεύθερα και δωρεάν, από το schooltime.gr το οποίο και ευχαριστώ. Για να κατεβάσετε ή να διαβάσετε το βιβλίο, κάντε ΚΛΙΚ στον σύνδεσμο >>>>> ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
=== Εχθές (6-4-2013) στην πόλη των Ψαχνών εορτάστηκε η Απελευθέρωση της Εύβοιας.
=== Ο εορτασμός άρχισε με το «δρόμο θυσίας» όπου δρομείς και περιπατητές διέσχισαν όλη την διαδρομή από το σημείο όπου λαβώθηκαν ο Αγγελής Γοβιός, ο αδερφός του Αναγνώστης, ο Κώτσος Δημητρίου αλλά και άλλοι αγωνιστές, «Κουλουριάδα», μέχρι το σημείο όπου άφησαν την τελευταία τους πνοή, «του Πανού την Στέρνα.»
=== Πέραν των δρομέων και περιπατητών, ακολούθησαν την συγκεκριμένη διαδρομή Πρόσκοποι του 1ου Συστήματος Μεσσαπίων αλλά και ο Γιώργος Σταύρου, ο οποίος είναι καθηλωμένος σε καροτσάκι μετά από ατύχημα που είχε και μετέχει στο συγκεκριμένο δρόμο θυσίας κάθε χρόνο.
=== Στου «Πανού την Στέρνα» έγινε κατάθεση στεφάνων, στο μνημείο από υπάρχει και του οποίου τα αποκαλυπτήρια έγιναν πέρυσι στις 7 Απριλίου, από την Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Ευβοίας. Παρόντες στου Πανού την Στέρνα ήταν μέλη της Ομοσπονδίας, ο Αρμόδιος Αντιδήμαρχος Πολιτισμού κος Παράκατης, ο Πρόεδρος του Δ.Σ. κος Τσατσαρώνης αλλά και πολίτες.
=== Ακολουθεί φωτογραφικό υλικό και βίντεο:



Αναρτήθηκε από ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΑΠΙΑΣ μέσω του eviawelle
=== ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΕΥΒΟΙΑΣ, 16 χλμ. ΒΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΧΑΛΚΙΔΑΣ, ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ ΤΟ ΠΟΛΥ ΠΑΛΙΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΤΕΛΛΑΣ. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΝΕΤΑΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΤΟ ΠΗΡΕ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ Η ΚΑΣΤΕΛΙ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΕ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΝΕΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ.
=== ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΤΟΥ ΑΓΙΑΝΝΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ 14ου ΑΙΩΝΑ ΜΕ ΣΠΑΝΙΕΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΥΠΟΔΗΛΩΝΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ. ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΧΑΡΑΚΤΙΡΙΣΤΕΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΝΗΜΕΙΟ
=== ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΟΥ ΝΗΣΙΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ (1471), Η ΚΑΣΤΕΛΑ ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΣΑΡΑΓΙ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΟΥ ΑΡΧΟΝΤΑ ΠΟΥ ΕΠΕΒΛΕΠΕ ΔΟΙΗΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΤΗΝ ΕΥΦΟΡΗ ΚΟΙΛΑΔΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΑΠΙΑΣ.
(«Η ΕΥΒΟΙΚΗ ΜΕΣΣΑΠΙΑ» ΤΟΥ Λ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ).
=== ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟ ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ ΩΣ ΕΝΑ ΑΣΗΜΑΝΤΟ ΧΩΡΙΟΥΔΑΚΙ ΠΟΥ ΟΜΩΣ ΕΠΑΙΞΕ ΡΟΛΟ «ΚΛΕΙΔΙ» ΣΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ. ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΣΕ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΜΕ ΤΑ ΓΕΙΤΟΝΙΚΑ ΧΩΡΙΑ, ΜΕΣΑ ΣΕ ΑΥΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΨΑΧΝΑ, ΑΡΧΙΖΟΥΝ ΜΥΣΤΙΚΑ ΝΑ «ΚΑΛΛΙΕΡΓΟΥΝ» ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΖΥΓΟ. ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΗΤΑΝ Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΡΜΑΡΑΣ ΠΟΥ ΕΛΑΒΕ ΜΕΡΟΣ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ.
=== ΟΤΑΝ ΕΞΕΡΡΑΓΗ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΟΙ ΠΡΟΕΣΤΟΙ ΚΑΙ ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ ΖΗΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΗ ΓΟΒΙΟ ΝΑ ΑΝΑΛΑΒΕΙ ΤΗΝ ΑΡΧΗΓΙΑ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ. ΤΟ ΠΡΩΤΟΠΑΛΙΚΑΡΟ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ ΔΕΧΤΗΚΕ, ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΥΝΗΓΑΕΙ ΤΟΥΣ ΛΙΓΟΣΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΣΤΕΛΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΙ. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΤΟΥ ΑΙ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΗΝ ΚΑΣΤΕΛΑ ΟΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΘΗΚΑΝ ΚΑΙ ΠΗΡΑΝ ΤΗΝ ΕΥΧΗ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ ΠΡΙΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ Η ΘΡΥΛΙΚΗ ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΒΡΥΣΑΚΙΩΝ. ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΕΚΚΛΗΣΑΚΙ ΚΗΔΕΨΑΝ ΤΟΥΣ ΗΡΩΕΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ.
=== ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ, Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ ΕΠΙΣΚΕΦΘΗΚΕ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΤΗΝ ΚΑΣΤΕΛΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙ ΤΟΥΣ ΕΠΙΣΤΗΘΙΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ, ΑΓΓΕΛΗ ΓΟΒΙΟ ΚΑΙ ΚΩΤΣΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΟΡΓΑΝΩΣΟΥΝ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ. ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΤΟΝ ΕΙΧΑΝ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΣΤΗ ΝΙΚΗΦΟΡΑ ΜΑΧΗ «ΣΤΟ ΧΑΝΙ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ.« ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ.
=== ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ (7-4-1833) Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΜΕΣΣΑΠΙΑΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΕΤΑΙ ΔΟΙΗΚΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ. ΤΟ 1835 Ο ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΗΤΑΝ 52 ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΜΕΣΣΑΠΙΩΝ. ΠΡΩΤΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΚΑΣΤΕΛΙΩΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΤΣΟΣ («ΣΕΛΙΔΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΨΑΧΝΩΝ» ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α. ΓΕΩΡΓΙΟΥ).
Ο ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΗΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΡΙΑΣ ΧΤΙΣΤΗΚΕ ΤΟ 1870 ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΝΑΟΣ ΠΟΥ ΧΤΙΣΤΗΚΕ ΣΤΗ ΜΕΣΣΑΠΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ.
ΣΗΜΕΡΑ Η ΚΑΣΤΕΛΑ ΑΝΗΚΕΙ ΔΟΙΗΚΗΤΙΚΑ ΣΤΗ ΔΗΜΟ ΔΙΡΦΥΩΝ-ΜΕΣΣΑΠΙΩΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΟΜΟΡΦΟ ΚΑΙ «ΖΩΝΤΑΝΟ» ΧΩΡΙΟ.

Αναρτήθηκε από Βασιλική Μπισμπικοπούλου – Ψαχνά Ευβοίας